Ο Δρ. Πέτρος Τζεφέρης για το ζήτημα της δυνατότητας εξόρυξης σε χώρους που απαιτείται προστασία του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς

Epiroc banner ad

Ερώτημα 1: Είναι γνωστό ότι ο τόπος μας βρίθει από αρχαιολογικά μνημεία που η προστασία
τους αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Εντούτοις στην ευρύτερη περιοχή, υπάρχει η
δυνατότητα ανάπτυξης της λατομικής δραστηριότητας, ειδικά για τα μάρμαρα αλλά και τους
φυσικούς λίθους. Οι αρχαιολογικές υπηρεσίες συχνά χωρίς καν να εξετάσουν επί της ουσίας
το αίτημα, το απορρίπτουν θεωρώντας μάλιστα ότι με τον τρόπο αυτό εκτελούν θεάρεστο
έργο προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Τι απαντάτε σε αυτό;

Καταρχήν ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η προστασία και η ανάδειξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς αποτελεί εξαιρετικά σημαντική και παγία στρατηγική κατεύθυνση και καμία εμπλεκόμενη υπηρεσία δεν θα πρέπει να αφίσταται ή να υποβαθμίζει το θέμα ώστε όλες μαζί οι διοικητικές πράξεις των υπηρεσιών αυτών να συνάδουν συντονισμένα προς την κατεύθυνση αυτή. Εξάλλου υπάρχουν ήδη πάνω από 1000 αρχαία λατομεία σε όλη την επικράτεια της χώρας που ανεξάρτητα από την ένταξή τους στον αρχαιολογικό νόμο και την προστασία τους με διοικητική πράξη ή όχι, αποτελούν περιουσία του ελληνικού λαού (βλ. corpus αρχαίων λατομείων, http://www.arch.uoa.gr/fileadmin/arch.uoa.gr/uploads/images/ekdoseis/corpus_of_ancient_quarries.pdf).

Μολαταύτα, επειδή η προστασία αυτή μπορεί και πρέπει να συνυπάρχει με άλλες αναπτυξιακές δραστηριότητες, στην περίπτωσή μας την εξορυκτική, τις οποίες δεν μπορούμε να απεμπολήσουμε ως εθνική στρατηγική, επιτρέψτε μου να τονίσω ότι τόσο ο αρχαιολογικός νόμος (Ν. 3028/2002) όσο και η λατομική νομοθεσία (Ν. 4512/2018) δεν περιλαμβάνουν (πλέον) αποστάσεις από τα σημεία αναφοράς που πρέπει να προστατευθούν. Επίσης δεν γίνεται αναφορά στον αν απαιτείται η όχι διοικητική πράξη προστασίας του εκάστοτε μνημείου.

Στον λατομικό νόμο, ακολουθήθηκε η τακτική αυτή, με σαφή πρόβλεψη για άμεση και έμμεση προστασία (βλ. και άρθρο 49 παρ.1 Ν.4512/2018), με στόχο να επιτρέπεται στις αρμόδιες γνωμοδοτούσες υπηρεσίες του υπουργείου πολιτισμού να λειτουργήσουν ad hoc, να εξετάσουν την κάθε περίπτωση με απολύτως διακριτό τρόπο εφαρμόζοντας το «appropriate assessment» και αποδίδοντας την μέγιστη δυνατή προστασία των μνημείων ανά περίπτωση. Η παραπάνω δυνατότητα και η εμπιστοσύνη που παρέχεται από το νομοθέτη στις υπηρεσίες αυτές (Εφορείες Αρχαιοτήτων) δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται με υπερβολές ή καταχρήσεις λαμβανομένου υπόψιν ότι η Xώρα μας έχει εξαιρετική ανάγκη από νέες δραστηριότητες ανάπτυξης ειδικότερα στην ελληνική περιφέρεια, οι οποίες μοιραία χωροθετούνται (και) στην ευρύτερη περιοχή ύπαρξης προστατευτέων μνημείων. Συνεπώς, η
ένταξη στον αρχαιολογικό νόμο θα πρέπει να γίνεται με φειδώ και επαρκή τεκμηρίωση, η οποία απαιτείται ειδικότερα όταν δεν υφίσταται διοικητική πράξη προστασίας. Επίσης, σε σχέση με την γνωστή αρχή της προφύλαξης (Precautionary Principle) της οποίας γίνεται επίκληση πολλές φορές, αυτή γίνεται λανθασμένα καθότι η αρχή αυτή, δανεισμένη από την περιβαλλοντική νομοθεσία, απαιτεί να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα, ακόμα και αν η σχέση αιτίας-αποτελέσματος δεν έχει πλήρως βεβαιωθεί επιστημονικά. Εδώ όμως, οι επιπτώσεις από τη λειτουργία της εξορυκτικής δραστηριότητας, ειδικότερα των λατομικών ορυκτών, είναι πλήρως τεκμηριωμένη επιστημονικά και δεν υφίστανται σοβαρές και μη αναστρέψιμες βλάβες που να μην γνωρίζουμε.

Ερώτημα 2. Πως μπορούμε να επιτύχουμε την άμεση προστασία των μνημείων από την
εξορυκτική/λατομική δραστηριότητα;

Η άμεση προστασία ενός μνημείου από τις εργασίες ενός «παρακείμενου» εξορυκτικού χώρου είναι δυνατόν να επιτευχθεί ευκόλως, αρκεί να τηρηθεί μια ελάχιστη απόσταση βάσεως (πχ. αυτή που αναφέρεται στο άρθρο 85 του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών εργασιών, ΚΜΛΕ) και επιπροσθέτως εφόσον εφαρμοστούν με σχολαστικότητα συγκεκριμένα μέτρα που αφορούν την κατεξοχήν λειτουργία του πχ. μερική ή παντελής απαγόρευση εκρηκτικών, χρήση μόνο μηχανικών μεθόδων με ελάχιστο/μικρό βαθμό μηχανοποίησης, περιορισμοί ως προς την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης κλπ. Οι ειδικοί αυτοί όροι μπορούν να τίθενται εξαρχής στην διαδικασία αδειοδότησης του λατομείου, να υλοποιούνται και να υπόκεινται σε σχολαστικό a posteriori έλεγχο τόσο από το Σώμα
Επιθεώρησης Περιβάλλοντος όσο και από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπ. Πολιτισμού.

Ερώτημα 3. Εχει νόημα και τι σημαίνει έμμεση προστασία των μνημείων από την εξορυκτική
δραστηριότητα; Και πως επιτυγχάνεται;

Η έμμεση προστασία που ενδεχομένως εμπεριέχει την αισθητική αλλοίωση του τοπίου, την
περιβαλλοντική και πολιτιστική υποβάθμιση κ.α. , επίσης μπορεί να ικανοποιηθεί αν σε κάθε περίπτωση εφαρμοστούν επαρκή προληπτικά μέτρα πχ. περικοπή του χώρου, ρυθμιστικά μέτρα ως προς την απόρριψη των στείρων και την μη ληστρική αλλά βιώσιμη εκμετάλλευση (άρθρο 6 παρ. 3 ΚΜΛΕ), πετάσματα οπτικής προστασίας κλπ.. Το ζήτημα αυτό δηλ. τι ακριβώς σημαίνει αισθητική αλλοίωση του τοπίου δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο (είτε σε θεσμική είτε σε επιστημονική βάση), ούτε είναι ρητώς καταγεγραμμένες ποιές είναι οι de facto «δυσπλασίες» που την προκαλούν ούτε και τα τυχόν ληπτέα μέτρα για την αποφυγή του (βλ. και Ν. 3827/2010 : Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο). Για το λόγο αυτό, κατά την άποψή μας, το ζήτημα αυτό της έμμεσης προστασίας, θα πρέπει να
εφαρμόζεται με ad hoc εφαρμογή και εξέταση της κάθε περίπτωσης αυτοτελώς αλλά και με σαφή κατεύθυνση συνύπαρξης και όχι a priori αποκλεισμού. Διαφορετικά θα φθάσουμε στο ακραίο σημείο να προστατεύουμε ένα «αρχαίο λατομείο» και το περιβάλλον τοπίο του από την «δυσπλασία» ενός τυχόν νέου λατομείου που τυχόν φαίνεται από απόσταση!

Γενικότερα, θεωρούμε ότι σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω θα πρέπει να εξετάζονται με σχολαστικότητα και στο υψηλότερο δυνατό διοικητικό επίπεδο από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού αλλά και τα Τοπικά Συμβούλια Μνημείων, πριν εφαρμοστεί η μηδενική λύση η οποία φαίνεται μεν εύκολη διοικητικά αλλά δεν κρίνεται ως ενδεδειγμένη σε κάθε περίπτωση ούτε εξυπηρετεί ολιστικά το εθνικό συμφέρον. Η προσπάθεια προστασίας των μνημείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς με μοναδική μεθοδολογία και επιχειρησιακή πρακτική τον αποκλεισμό άλλων δραστηριοτήτων πέριξ αυτών είναι προφανώς αποσπασματική, λανθασμένη και τελικώς, κατά την άποψή μας, μη αποδεκτή.

Ερώτημα 4. Ανάλογο είναι και το ζήτημα της περιβαλλοντικής προστασίας, ειδικά αν
πρόκειται για περιοχές Natura 2000. Εδώ πως μπορεί να υπάρξει συνύπαρξη με την
εξορυκτική δραστηριότητα; Και μάλιστα την περίοδο αυτή που γνωρίζουμε ότι βρίσκεται σε
φάση υλοποίησης το έργο εκπόνησης Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) και Σχεδίων
για τη διαχείριση των περιοχών του εν λόγω δικτύου.

Για την εξορυκτική δραστηριότητα εντός του δικτύου Natura 2000, πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του ορυκτού μας πλούτου (πάνω από 30%) είναι από την φύση χωροθετημένο μέσα σε περιοχές Natura 2000. Αρα αν μας ενδιαφέρει η αξιοποίησή του πρέπει να βρούμε έναν τρόπο συνύπαρξης ειδικότερα τώρα που όντως βρίσκεται σε εξέλιξη το έργο εκπόνησης των ΕΠΜ και των σχεδίων για την διαχείριση των περιοχών αυτών από το ΥΠΕΝ.

Πράγματι, στο πλαίσιο του έργου, θα εκπονηθούν 23 Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ) για τις 446 περιοχές Νatura 2000 της Χώρας (μετά από ομαδοποίηση) όπου θα προβλέπονται κανονιστικά και διαχειριστικά μέτρα. Θα συνταχθούν σχέδια ΠΔ για οριοθέτηση και καθορισμό χρήσεων γης και δραστηριοτήτων σε αυτές καθώς και Σχέδια Διαχείρισης (ΣΔ) όπου θα εξειδικεύονται όροι και περιορισμοί άσκησης δραστηριοτήτων και εκτέλεσης έργων αλλά θα τεθούν και κατευθύνσεις και προτεραιότητες. Αυτά τα σχέδια διαχείρισης εν συνεχεία θα εγκριθούν με ΚΥΑ και θα εφαρμοστούν άμεσα, άρα μιλάμε για ένα πολύ σημαντικό έργο για την προστασία του περιβάλλοντος και τη θεσμική
θωράκιση των περιοχών αυτών αλλά και τη ρύθμιση των χρήσεων και επιτρεπομένων δραστηριοτήτων μέσα σε αυτές.

Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η εξόρυξη είναι μια επιτρεπτή -υπό προϋποθέσεις- δραστηριότητα εντός του δικτύου, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ όπως αυτό έχει ενσωματωθεί στο Εθνικό κεκτημένο. Η άποψή μου είναι ότι τα αιτήματα που αφορούν την λατομική/μεταλλευτική δραστηριότητα είτε για έρευνα είτε για εκμετάλλευση, πρέπει εκάστοτε να αξιολογούνται υπό το πρίσμα των αξιών και των στόχων διατήρησης του τόπου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ως άνω θεσμικό πλαίσιο, στοχεύοντας στην ουσία του προβλήματος που δεν είναι η a priori απαγόρευση αλλά η ορθολογική κι ευέλικτη διαχείριση των ζωνών προστασίας προς όφελος των ενδιαιτημάτων, του φυσικού αλλά και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος σε διαγενεακή κλίμακα.

Υπό το ανωτέρω πρίσμα, έχουμε ζητήσει από τους αναδόχους του έργου να λαμβάνουν υπόψιν στην υλοποίηση του έργου- μεταξύ άλλων- και τα ακόλουθα:

1. Την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 49 του ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α΄5), σύμφωνα με την οποία: «4. Η ίδρυση λατομείου μέσα σε περιοχές του Εθνικού Συστήματος Προστατευόμενων Περιοχών του άρθρου 3 του ν. 3937/2011 (Α΄ 60), είναι δυνατή μόνο στις ζώνες ή περιοχές εκείνες, στις οποίες επιτρέπεται η λατομική δραστηριότητα είτε από τον νόμο, είτε από τα διατάγματα και τις υπουργικές ή άλλες αποφάσεις προστασίας και διαχείρισης των περιοχών αυτών, και σύμφωνα με τις περαιτέρω εξειδικεύσεις ή περιορισμούς που τίθενται στις πράξεις αυτές.».

2. To «Έγγραφο κατευθύνσεων» (Guidance Document) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την εξόρυξη ορυκτών (πλην των ενεργειακών) σε περιοχές του δικτύου Natura 2000, από την ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

http://ec.europa.eu/environment/nature/natura2000/management/docs/neei_report_el.pdf.

  1. Την  αναγκαιότητα να εξετάζεται η μη καθολική a priori απαγόρευση. Ειδικότερα:

α. σε περίπτωση διενέργειας ερευνητικών εργασιών για εντοπισμό ορυκτών, οι οποίες σημειωτέον, μπορεί να  έχουν ελάχιστη ή καμία επίπτωση επί του εδάφους (λ.χ. γεωφυσικές έρευνες, γεωτρήσεις). Είναι ευνόητο ότι ο φορέας που διενεργεί την έρευνα θα πρέπει να εξασφαλίζει όλες τις απαραίτητες άδειες και εγκρίσεις για τα τυχόν έργα που απαιτούνται (π.χ. διάνοιξη δρόμων) και σε κάθε περίπτωση αναλαμβάνει και το ρίσκο της μη έγκρισης εξορυκτικών εργασιών.

β. σε περίπτωση υπόγειας εξορυκτικής δραστηριότητας, η οποία, ακόμα και σε περιπτώσεις καθορισμού ζωνών ειδικής προστασίας στις οποίες τίθενται περιορισμοί δραστηριοτήτων, μπορεί να επιτραπεί, εφόσον τεκμηριώνεται η απουσία οποιασδήποτε επίπτωσης επί της επιφάνειας του εδάφους.

  1. Τις υποχρεώσεις για τήρηση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται και οι οποίες θα πρέπει να ελέγχονται συνεχώς (continuous monitoring) χωρίς να αρκεί το θετικό αποτέλεσμα της «δέουσας εκτίμησης» (appropriate assessment) ή η έγκριση της ΑΕΠΟ.

Ο Δρ. Πέτρος Τζεφέρης είναι Γεν. Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών ΥΠΕΝ