Το Σούνιο και ο ναός του Ποσειδώνα

Φέρετέ με στου Σουνίου τα γκρεμνά τα μαρμαρένια,
Όπου εκεί, με το δικό μου και το κλάμα του κυμάτου,
Θα σαρώνουνται σμιγμένα δίχως καν αντίλαλου έννοια,
Σαν τον κύκνο ας να πεθάνω τραγουδώντας εκεί κάτου,
Τι δική μου δε θα γίνεις, ω των σκλάβων χώρα εσύ,
Κάτω τα ποτήρια, χύστε το Σαμιώτικο κρασί.

ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΫΡΟΝ (τελευταία στροφή από τα «Τα Νησιά της Ελλάδας»)

Το Σούνιο είναι ένα βραχώδες ακρωτήριο, το νοτιότερο σημείο της Αττικής. Υψώνεται σχεδόν κάθετα από την θάλασσα σε μεγάλο ύψος σχηματίζοντας στους πρόποδες αυτού μικρό όρμο, που με ισθμό χωρίζεται από έτερο ανατολικό ορμίσκο. Το Σούνιο είναι γνωστό λόγω της σημαντικής γεωγραφικής θέσης του. Ήταν το πρώτο σημείο που έβλεπε κανείς πλέοντας από τις Κυκλάδες ή την Μικρά Ασία προς τον Πειραιά. Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) αρχίζοντας τα «Αττικά» του, το περιγράφει ως εξής: «Τῆς ἠπείρου τῆς ἑλληνικῆς κατά  νήσους τάς Κυκλάδες κατά πέλαγος το Αἰγαίον ἄκρα Σούνιον πρόκειται γῆς τῆς Ἀττικῆς…».Ο δήμος πήρε το όνομά του από το «Σούνιον ιερόν» και το «Σούνιον άκρον», για τα οποία γίνεται αναφορά από τον Όμηρο, στην Οδύσσεια. Στα νεότερα χρόνια, η ευρύτερη περιοχή λόγω της περιβαλλοντικής αξίας της, ανακηρύχθηκε εθνικός δρυμός.

Ιστορία

Η πρώτη γραπτή για το Σούνιο γίνεται από τον Όμηρο, που το αποκαλούσε «Σούνιον ιερόν» στο έργο του “Οδύσσεια”. Συγκεκριμένα αναφέρει πως εκεί ο Μενέλαος στο ταξίδι της επιστροφής από τη Τροία, σταμάτησε για να θάψει τον καπετάνιο του πλοίου τον Φρόντη. Μαρτυρίες δίνουν επίσης οι Σοφοκλής (Αίας 1235), Ευριπίδης (Κύκλωπες 292), Παυσανίας (Ι, 1) και Βιτρούβιος (IV 7). Στη αρχαϊκή περίοδο αναπτύχθηκε το ιερό πολύ, κάτι που αποδεικνύεται από τους κολοσσιαίους κούρους που είχαν στηθεί εκεί. Βρέθηκαν τρεις εξ αυτών που βρίσκονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Εκείνη τη περίοδο φαίνεται κτίστηκε ο ναός της Αθηνάς Σουνιάδος σε χαμηλότερο γειτονικό λόφο. Η κατασκευή του πώρινου ναού του Ποσειδώνα χρονολογείται στις αρχές του 5ου αιώνα. Όμως ο υπό κατασκευή αυτός ναός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ γιατί καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διάρκεια των Μηδικών πολέμων. Ένας μικρός ναός του Ποσειδώνα, κτίστηκε λίγο αργότερα προσωρινά, για να καλύπτει τις ανάγκες της λατρείας. Το 444 π.Χ οι Αθηναίοι έκτισαν τον νεότερο ναό του Ποσειδώνα.

Το Σούνιο οχυρώθηκε κατά το 9ο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου για την προστασία της από εκεί διέλευσης των σιτοφορτίων (Θουκυδίδης VIII 4) και μάλιστα το οχυρό αυτό θεωρούνταν το ισχυρότερο της Αττικής, όπως μαρτυρούν οι Δημοσθένης («Περί Στεφάνου» 238), ο  Λίβιος(ΧΧΧΙ 25) και ο Σκύλαξ (21). Τα τείχη του, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα, είχαν πάχος 3,5 μ. και περιέκλειαν κυκλικά το χώρο σε περιφέρεια 500 μ. ενώ ανά 20 μέτρα το τείχος εκείνο, έφερε προστατευτικούς τετράγωνους πύργους. Το οχυρό αυτό επανδρώθηκε από φρουρά στρατιωτών της Μακεδονικής φάλαγγας, η οποία όμως απομακρύνθηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή το 307 π.Χ. Το 263 π.Χ. η φρουρά του Σουνίου αντιστάθηκε σε επίθεση του Αντίγονου Γονατά, αλλά τελικά έπεσε το οχυρό και μια μακεδονική φρουρά επανεγκαταστάθηκε εκεί. Οι Αθηναίοι ανακατέλαβαν το φρούριο το 229 π.Χ. όταν ο Άρατος της Αχαϊκής Συμπολιτείας επενέβη και ο διοικητής αναγκάστηκε να παραδώσει τη θέση του με αντάλλαγμα χρήματα. Την περίοδο 104-100 π.Χ, το Σούνιο το κατέλαβαν χίλιοι επαναστατημένοι σκλάβοι από τα ορυχεία του Λαυρίου.
Στους κλασικούς χρόνους ο οικισμός του Σουνίου άκμασε κυρίως λόγω των μεταλλείων της περιοχής. Δημιουργήθηκε εκεί ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα πώλησης σκλάβων. Στη συνέχεια, ο λόφος τειχίστηκε (το 412 π.Χ. σύμφωνα με τον Θουκυδίδη) με αποτέλεσμα το Σούνιο να αποτελέσει ένα από τα 5 σημαντικότερα φρούρια των Αθηναίων. Στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. με διαταγή του Περικλή, χτίστηκε ο μεγαλοπρεπής Ναός του Παρθενώνα, του οποίου οι εργασίες ξεκίνησαν το 447 και τέλειωσαν το 438. Ενώ λοιπόν ήδη κτιζόταν ο Παρθενώνας, ξεκίνησε και η ανέγερση του ναού του Ποσειδώνα, το 444 π.Χ.
Την Ελληνιστική περίοδο στο εσωτερικό του οχυρού αναπτύχθηκε μικρός οικισμός, ο οποίος χρησίμευε κυρίως ως στρατόπεδο.Η παρακμή του Σουνίου άρχισε στο τέλος της Ελληνιστικής περιόδου. Μέχρι τα ρωμαϊκά χρόνια οι δύο ναοί ήταν ήδη ερειπωμένοι και το οχυρό πιθανώς εγκαταλελειμμένο. Ο Παυσανίας που περιγράφει τα μνημεία τον 2ο αι. μ.Χ. αναφέρει τον ναό του Ποσειδώνα ως ναό της Αθηνάς, πράγμα που δείχνει την εγκατάλειψη και λησμόνηση του χώρου. Στα νεότερα χρόνια το Σούνιο ήταν δημοφιλής προορισμός για περιηγητές, πολλοί από τους οποίους χάραξαν τα ονόματά τους πάνω στα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα. Η πιο γνωστή υπογραφή είναι αυτή του λόρδου Βύρωνα, που βρίσκεται στη νότια παραστάδα.

Ο ναός του Ποσειδώνα

Στην περιοχή που σήμερα βρίσκονται τα ερείπια του ναού του Ποσειδώνα, υπήρχε κατά τους Αρχαϊκούς χρόνους βωμός αφιερωμένος στον θεό, περιτριγυρισμένος από δύο μεγάλους κούρους, όχι όμως και ναός. Ο πρώτος ναός άρχισε να κατασκευάζεται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Ήταν πώρινος, δωρικός με εξωτερική κιονοστοιχία 6 X 13 κιόνων και εσωτερική κιονοστοιχία για τη στήριξη της στέγης. Οι διαστάσεις του ήταν ελαφρά μικρότερες του μεταγενέστερου κλασικού. Πριν ολοκληρωθεί η εργασία, ο ναός καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ.

Για να χτιστεί ο δεύτερος ναός ο χώρος πρώτα καθαρίστηκε και ισοπεδώθηκε και τα παλαιότερα αντικείμενα λατρείας τοποθετήθηκαν σε αποθέτη. Ανακατασκευάστηκε το πώρινο κρηπίδωμα, στο οποίο είχε στηριχτεί και ο παλιότερος ναός. Ο δεύτερος ναός  ξεκίνησε να χτίζεται το 449/8 π.Χ. με διαταγή του Περικλή. Ο νέος ναός -τα ερείπια του οποίου είναι και  σήμερα ορατά- ήταν και αυτός δωρικός με 6 Χ 13 κίονες, αλλά από μάρμαρο Αγριλέζας και χωρίς εσωτερική κιονοστοιχία (μεγαλώνοντας έτσι τη χωρητικότητά του). Το ύψος των κιόνων είναι 6,12 μ. Οι διαστάσεις του στυλοβάτη στην κρηπίδα ήταν 13,47 Χ 31,12 μ. Ο ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: τον πρόναο, το σηκό, με το λατρευτικό άγαλμα του θεού και τον οπισθόδομο, όπου φυλάσσονταν τα αφιερώματα και το “ποσειδωνιακό χρήμα” από τα μεταλλεία του Λαυρίου. Ο πρόναος και ο οπισθόδομος καταλήγουν σε δύο κίονες μεταξύ παραστάδων. Επίσης ο πρόναος και ο οπισθόδομος χωρίζονται από το σηκό με τοίχο. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αποτελούν οι ραβδώσεις που είναι μόνο 16, αντί για είκοσι που ήταν το συνηθισμένο. Παρόμοια κατασκευασμένοι ήταν και οι κίονες του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Η επιλογή αυτή καθορίστηκε από τη μαλακή υφή του μαρμάρου και από τις ιδιαίτερα αντίξοες καιρικές συνθήκες της περιοχής. Για να στερεωθεί ο ναός, η κορυφή του λόφου ισοπεδώθηκε δημιουργώντας αναλήμματα στα βόρεια και στα δυτικά.

Οι παλαιότεροι μελετητές θεώρησαν ότι ο ναός ήταν έργο του ίδιου αρχιτέκτονα που έχτισε το Θησείο στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας. Ο  αρχιτέκτονας στόλισε το ναό με γλυπτά από παριανό μάρμαρο που απεικόνιζαν τους άθλους του Θησέα, καθώς και μάχες με Κενταύρους και Γίγαντες.Ζωφόρος στη δυτική πλευρά δεν υπήρχε όπως και εσωτερικός θριγκός. Τέλος, οι μετόπες αφέθηκαν επίπεδες και χωρίς διακόσμηση. Λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών τα περισσότερα ανάγλυφα έχουν φθαρεί. Ό,τι έχει διασωθεί φυλάσσεται στο Μουσείο του Λαυρίου ενώ οι εντυπωσιακοί κούροι που δέσποζαν κάποτε στον περίβολο του ναού, φυλάσσονται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Η είσοδος στον χώρο του ναού γινόταν από ένα δωρικό πρόπυλο στο εσωτερικό του οποίου υπήρχαν τρεις θύρες. Από τη μεσαία διερχόταν μία επικλινής οδός ενώ από τις πλευρικές η είσοδος γινόταν από σκαλοπάτια. Κατασκευάστηκε λίγο μετά τον ναό από μάρμαρο και πωρόλιθο. Στη βόρεια και τη δυτική εσωτερική πλευρά του περιβόλου υπάρχουν δύο στοές που χρησίμευαν για την ανάπαυση των επισκεπτών του ιερού. Το ιερό του Ποσειδώνα είχε είδη ερειπωθεί κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Στις μέρες μας διατηρούνται οι δύο παραστάδες της ανατολικής πλευράς και αρκετοί από τους κίονες του ανατολικού τμήματος του ναού, ενώ το δυτικό τμήμα έχει καταστραφεί μέχρι και τη θεμελίωση.Κάποια κομμάτια του ναού αποσπάστηκαν και μεταφέρθηκαν είτε σε μουσεία είτε σε ιδιωτικές συλλογές. Έτσι, 5 σπόνδυλοι από τους κίονες υπάρχουν στην Αγγλία στο Chatsworth (όπου στηρίζουν το άγαλμα του 6ου δούκα του Devonshire), 3 στη Βενετία και 3 στη Γερμανία (Potsdam). Στο χώρο υπάρχει και ο  μεγάλος ιωνικός ναός της Αθηνάς,  έναν μικρότερο δωρικού ρυθμού.

Ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου και το Χάος

Σχεδόν άγνωστος στους περισσότερους κατοίκους της Αττικής, ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου ιδρύθηκε το 1971 και είναι ο μικρότερος δρυμός της Ελλάδας. Το πιο εντυπωσιακό σημείο αποτελεί το «Χάος». Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό βάραθρο σχεδόν κυκλικού σχήματος,περιστοιχισμένο από κάθετα βράχια, το βάθος του οποίου αγγίζει τα 55 μέτρα. Η θεωρία λέει ότι πιθανότατα δημιουργήθηκε από την πτώση της οροφής σπηλαίου που υπήρχε στην περιοχή. Ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου είναι στην κυριολεξία ένα ανοικτό ορυκτολογικό και αρχαιολογικό μουσείο και μπορεί κανείς να τον εξερευνήσει ακολουθώντας πολλές δυνατές εναλλακτικές διαδρομές.

Η τοποθεσία του Σουνίου εντυπωσιάζει, όποιον το επισκέπτεται αφού συνδυάζει πέρα από τον ναό του Ποσειδώνα υπέροχα φυσικά τοπία αλλά και ένα από τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα.