Το νέο βιβλίο του Πέτρου Τζεφέρη για τον κλάδο που κανείς δεν θέλει για γείτονα
Κάθε κτίριο, κάθε δρόμος και κάθε μαρμάρινη επιφάνεια ξεκινά από ένα λατομείο ή ένα μεταλλείο, κι όμως ο εξορυκτικός κλάδος παραμένει ο γείτονας που κανείς δεν θέλει δίπλα του. Γιατί; Το νέο βιβλίο του Πέτρου Τζεφέρη επιχειρεί μια ειλικρινή απάντηση…
Κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος του δίτομου έργου του Δρος Πέτρου Τζεφέρη, Γενικού Διευθυντή Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΕΝ, με τον εύγλωττο υπότιτλο «Ναι, αλλά όχι στην αυλή μου».
Πρόκειται για τη φυσική συνέχεια του πρώτου τόμου, όπου ο συγγραφέας είχε τεκμηριώσει -μεταξύ άλλων- γιατί η εξόρυξη παραμένει αναγκαία για τη σύγχρονη ζωή και την ίδια την πράσινη μετάβαση· ο δεύτερος τόμος προχωρά στο επόμενο, πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί, ενώ η χρησιμότητά της είναι αναμφισβήτητη, ο κλάδος αντιμετωπίζει ένα διαρκώς διευρυνόμενο έλλειμμα κοινωνικής αποδοχής.
Οι δύο τόμοι συνδιαλέγονται και συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, όμως ο καθένας τους έχει τη δική του αυτοτέλεια και μπορεί να διαβαστεί και μεμονωμένα, χωρίς να προαπαιτείται η γνώση του άλλου.
Το βιβλίο ξεκινά από ένα παράδοξο που ο κλάδος της πέτρας το γνωρίζει καλά: τα δομικά και βιομηχανικά ορυκτά, τα αδρανή και το μάρμαρο αποτελούν την αθέατη ραχοκοκαλιά της οικοδομής και των υποδομών, τροφοδοτώντας μια κατασκευαστική βιομηχανία που αγγίζει πάνω από το 10% του ΑΕΠ των αναπτυγμένων οικονομιών. Παρ’ όλα αυτά, το λατομείο ή το μεταλλείο παραμένει «ένοχο μέχρι αποδείξεως του εναντίου».
Ο συγγραφέας χαρτογραφεί τα σύνδρομα NIMBY και NIABY («όχι στην αυλή μου», «όχι σε καμία αυλή») και προτείνει τη μετάβαση προς το BIMBY, αναλύοντας έναν ολόκληρο «δεκάλογο» των αιτίων της απαξίωσης: από το ορατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και τα λάθη του παρελθόντος ως τη λειτουργία της εξόρυξης επί δεκαετίες ως «μαύρο κουτί», χωρίς ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες.
Στον πυρήνα του το βιβλίο δεν υπερασπίζεται, αλλά εξετάζει κριτικά. Θέτει ευθέως το ερώτημα αν η «βιώσιμη εξόρυξη» είναι οξύμωρο σχήμα ή πραγματικότητα και το απαντά με εργαλεία: κυκλική οικονομία και αστική εξόρυξη, βιομηχανική συμβίωση, κοινωνική άδεια λειτουργίας (SLO), συμφωνίες ανάπτυξης κοινοτήτων (CDAs), ESG και αντιμετώπιση του greenwashing, γεώπαρκα και μεταλλευτικό τουρισμό. Από εκεί περνά στο επόμενο, πιο απαιτητικό βήμα, στην υπεύθυνη εξόρυξη και σε μια «Λευκή Βίβλο» βέλτιστων πρακτικών, καθώς, όπως σημειώνει, «το κύριο ζητούμενο σήμερα δεν είναι η κατάργηση της εξόρυξης, αλλά το πού και το πώς αυτή θα αδειοδοτείται και θα λαμβάνει χώρα».
Η οπτική παραμένει συνολική, καλύπτοντας όλο το φάσμα από το μάρμαρο, τα αδρανή και τα βιομηχανικά ορυκτά ως τα μέταλλα υψηλής τεχνολογίας και τις σπάνιες γαίες που απαιτεί η ψηφιακή και ενεργειακή μετάβαση. Το ζητούμενο, καταλήγει ο συγγραφέας, δεν είναι μια «συνταγή», αλλά μακροπρόθεσμα η Παιδεία: η κατανόηση ότι, ό,τι δεν καλλιεργείται, ορύσσεται.
Ένα βιβλίο που δεν απευθύνεται στους ειδικούς, αλλά στον πολίτη που θέλει επιτέλους να καταλάβει τι είναι η εξόρυξη, γραμμένο όμως με τρόπο που και ο επαγγελματίας του κλάδου θα βρει μια κατεύθυνση και μια βοήθεια στον καθημερινό του μόχθο. Το έργο είναι μη κερδοσκοπικό και κυκλοφορεί σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.
































