Φυγαδεύοντας τη “Νίκη” και φυλάγοντας την “Αφροδίτη”

Την Παρασκευή 25 Αυγούστου του έτους 1939, ο Jacques Jaujard, διευθυντής των εθνικών μουσείων της Γαλλίας, ανακοίνωσε την απόφασή του, να κλείσουν επ΄αόριστον όλα τα μουσεία του Παρισιού και να μεταφερθούν εκτός πόλης, όλα τα σπουδαία εκθέματά τους, προκειμένου να προφυλαχθούν από τον πόλεμο, που όλα έδειχναν ότι θα ξεσπάσει. Πράγματι, μόλις μια εβδομάδα μετά, ο πόλεμος ξεκίνησε. Τα ξημερώματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939, η Γερμανία επιτέθηκε στην Πολωνία.

Η απόφαση του Jacques Jaujard για το κλείσιμο και την εκκένωση των μουσείων, δεν είχε να κάνει μόνο με το ενδεχόμενο των καταστροφών από βομβαρδισμούς και άλλες πολεμικές επιχειρήσεις. Ο Γάλλος είχε συγκεντρώσει άκρως εμπιστευτικές πληροφορίες σχετικά με όσα ετοίμαζαν οι Ναζί, για τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στις χώρες που σχεδίαζαν να κατακτήσουν.

Είχε ενημερωθεί για το σχέδιο του Αδόλφου Χίτλερ να κατασκευάσει στο Λίντς της Αυστρίας, το Führermuseum (μουσείο του Φύρερ), ένα τεράστιο μουσείο όπου σχεδίαζε να συγκεντρώσει διάσημα έργα τέχνης από όλο τον κόσμο. Ήξερε μέχρι και τι είχε ζητήσει ο Χίτλερ, από τον Dr. Hans Posse (Διευθυντή της Πινακοθήκης της Δρέσδης), όταν προ διμήνου συναντήθηκε μαζί του στην πρωτεύουσα της Σαξωνίας (στις 21 Ιουνίου 1939), για να του αναθέσει την γενική επιμέλεια του σχεδίου, με την κωδική ονομασία “Sonderauftrag Linz” (ειδική επιτροπή Λίντς).

Εκεί, ο Χίτλερ έδωσε στον Dr. Posse και έναν κατάλογο με έργα τέχνης που έπρεπε να ενταχθούν στις αίθουσες του υπό κατασκευή μουσείου. Ήταν ο γνωστός και ως “Dresden catalogue”, ένας κατάλογος με ακριβείς περιγραφές έργων τέχνης, που ήδη είχαν αφαιρέσει οι Ναζί ή σχεδίαζαν να αφαιρέσουν, από μουσεία και αίθουσες τέχνης όλου του κόσμου, προκειμένου να “κοσμήσουν” το μουσείο που σχεδίαζε να κατασκευάσει ο Φύρερ στο Λίντς.

ΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΦΥΓΑΔΕΥΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ

Σύμφωνα με το σχέδιο του Jaujard, αμέσως μετά το κλείσιμο των μουσείων, θα ξεκινούσε η μεταφορά των  σπουδαιότερων έργων τους, σε κτίρια της γαλλικής επαρχίας. Σε περιοχές που θα κινδύνευαν λιγότερο να εμπλακούν σε πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε οικήματα που δεν θα προκαλούσαν την προσοχή. Και κυρίως σε Chateau και σε πύργους, όπου τα έργα τέχνης θα μπορούσαν να βρουν ένα ασφαλές καταφύγιο, χωρίς να  προκληθούν σχόλια και φημολογίες από το -συνηθισμένο σε έργα τέχνης- περιβάλλον τους. Είχε ήδη γίνει η επικοινωνία με τους σύμφωνους ιδιοκτήτες, είχαν βρεθεί οι κατάλληλοι χώροι και είχαν δοθεί οι σχετικές οδηγίες φύλαξης.

Η βασική έγνοια του Jacques Jaujard ήταν η μετακίνηση και η φύλαξη των σπουδαιότερων θησαυρών και έργων τέχνης του Λούβρου. Το ίδιο το Μουσείο όμως, είχε την εμπειρία, διότι το είχε ξανακάνει.

Στη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου (1870), για λόγους ασφαλείας, ο πίνακας της Μόνα Λίζα και άλλα διάσημα έργα ζωγραφικής, είχαν μεταφερθεί αρχικά στη Brest και υπήρχε σχέδιο ακόμη και για μεταφορά τους στην “απέναντι” Αγγλία, εάν υπήρχε ανάγκη. Τα δε αγάλματα, είχαν μετακινηθεί τότε, σε περισσότερο ασφαλείς χώρους εντός του Μουσείου, διότι λόγω μεγέθους και βάρους ήταν αδύνατη, η άμεση εκτός Μουσείου μετακίνησή τους.

Το ίδιο θα γίνονταν κι αυτή τη φορά, τόσο για τον διάσημο πίνακα του Ντα Βίντσι, όσο και για άλλα διάσημα έργα ζωγραφικής. Το πρόβλημα που υπήρχε, ήταν η μετακίνηση εκτός Λούβρου, των μεγάλων γλυπτών. Κυρίως των δύο “masterpiece” του Μουσείου, των τεράστιων και ανεκτίμητης αξίας μαρμάρινων αρχαιοελληνικών αγαλμάτων. Τη “Νίκη της Σαμοθράκης” (ύψους 5,57 μ. και βάρους άνω των 2 τόνων) και την “Αφροδίτη της Μήλου” (ύψους 2,10 μ. και βάρους 900 κιλών).

•    Η “Αφροδίτη της Μήλου”, είναι ένα εξαιρετικής τεχνικής μαρμάρινο άγαλμα άγνωστης γυναίκας, αυστηρής, αινιγματικής, απαθούς και μισόγυμνης. Ίσως με τους αρτιότερους λευκούς γυναικείους λόφους της γλυπτικής. Εικάζεται πως είναι η θεά Αφροδίτη, λόγω ομοιότητας με άλλες μορφές της θεάς και πρέπει να κοσμούσε (περί το 100 π.Χ.) το αρχαίο θέατρο της Μήλου. Το βρήκε ένας αγρότης, το 1820, καθώς έσκαβε το χωράφι του, για να το αδειάσει από “άχρηστες” αρχαίες πέτρες. Έγινε αντιληπτό από Γάλλους, που έκαναν ανασκαφή στο παρακείμενο αρχαίο θέατρο και αγόρασαν το άγαλμα επιτόπου. Κατά τη μεταφορά του, στο λιμάνι, το διεκδίκησαν από τους Γάλλους, Τούρκοι και ‘Έλληνες ιδιώτες. Έγινε συμπλοκή και στη διάρκειά της, χάθηκαν τα χέρια της “θεάς” στη θάλασσα, ενώ αρχικά είχαν βρεθεί. Κανένας δεν διευκρίνισε ποτέ, τι κρατούσε. Μόνο εικασίες διατυπώθηκαν, για “μήλο”, “καθρέπτη”, “ασπίδα” ή τίποτα. Ένα χρόνο μετά τη μεταφορά του στη Γαλλία. Το άγαλμα τοποθετήθηκε στο Μουσείο του Λούβρου.

•    Η “Νίκη της Σαμοθράκης”, κατασκευαστικά, είναι περίπου 90-100 χρόνια πιο παλιά, από την “Αφροδίτη της Μήλου”. Βρέθηκε το 1863 (πριν από 150 χρόνια) σε ανασκαφή των Γάλλων στον αρχαιοελληνικό -μυστηριακό- ναό των Καβείρων. Το άγαλμα είναι τμήμα μαρμάρινου συμπλέγματος, πλώρης πλοίου με τη φτερωτή θεά Νίκη επάνω της, να διαλαλεί την επιτυχία μιας ναυμαχίας. Τεράστιο, περίτεχνο και εντυπωσιακό μαρμάρινο έργο, άγνωστου καλλιτέχνη, είναι μάλλον αφιέρωμα των Ρόδιων, για τη νίκη τους στη ναυμαχία της Σίδης (191 π.Χ.). Βρέθηκε σε κομμάτια, που μεταφέρθηκαν όλα στο Λούβρο, συναρμολογήθηκαν και αποκατέστησαν σταδιακά, το μεγαλύτερο τμήμα του. Η κραυγή του Έλληνα εργάτη, προς τον επικεφαλής της ανασκαφής, όταν βρήκε το κομμάτι με το πρόσωπο της Νίκης, έμεινε ιστορική: “Κύριε εύραμεν μια γυναίκα”.

Τελικά, βρέθηκε και γι αυτά η λύση. Τα δύο αγάλματα, θα μεταφέρονταν για να φυλαχτούν, στους υπόγειους χώρους του Chateau de Valencay. Ενός επιβλητικού κάστρου, στο κέντρο της γαλλικής ενδοχώρας, που είχε και μια άλλη “χρήσιμη” ιδιότητα. Ο ιδιοκτήτης του, ήταν και Δούκας του Sagan, τίτλος που ανήκε στη γερμανική αριστοκρατία. Μια ιδιότητα που φάνηκε εξαιρετικά χρήσιμη στην πορεία.

Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΗΣ “ΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ”

Στα τέλη Αυγούστου, το 1939, η μεταφορά των έργων τέχνης ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση. Το Μουσείο του Λούβρου άδειασε σχεδόν από όλους τους πίνακες ζωγραφικής. Η Grand Gallery απογυμνώθηκε εντελώς και στο δάπεδό της, υπήρχαν μόνο άδειες κορνίζες. Τα έργα, τυλιγμένα προσεκτικά ή σε πρόχειρες κορνίζες, μετακινήθηκαν εκτός Παρισιού, σύμφωνα με το σχέδιο Jaujard.

Ο πίνακας της Μόνα Λίζα (μαζί με άλλα έργα ζωγραφικής) αρχικά μεταφέρθηκε στο Chateau d’Amboise. Το κτίριο όμως δέχθηκε επίθεση στη διάρκεια της γερμανικής εισβολής και έπαθε πολλές ζημιές. Υπό τον φόβο μιας ευρύτερης καταστροφής, οι πίνακες που φυλάγονταν εκεί, μετακινήθηκαν αλλού. Η Μόνα Λίζα μετακινήθηκε στο Μοναστήρι Loc-Dieu και αργότερα, πάλι για λόγους ασφαλείας, φυλάχθηκε στο επιβλητικό Chateau de Chambord.

Σε γενικές γραμμές, οι πίνακες στη διάρκεια της φύλαξής τους, παρέμειναν σφραγισμένοι στις αρχικές συσκευασίες τους. Όμως με τον πίνακα του Ντα Βίντσι, τα πράγματα έγιναν διαφορετικά. Σύμφωνα με τον επιμελητή τέχνης του Λούβου, Guillaume Fonkenell, στη διάρκεια της φύλαξης, στα προαναφερόμενα κτίρια, κάποιος άνοιξε τη συσκευασία της Μόνα Λίζα και τοποθέτησε τον πίνακα στην κρεβατοκάμαρά του. “Αυτό δεν έγινε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο για να υπάρχει κάποιος μαζί της” υποστήριξε ο Fonkenell.

Στις 3 Σεπτεμβρίου το βράδυ, όλο το διαθέσιμο προσωπικό του Λούβρου, εργάστηκε για τη μετακίνηση των δύο Ελληνικών αγαλμάτων και άλλων μεγάλων γλυπτών. Αρχικά τοποθέτησαν ξύλινες ράμπες στις σκάλες και στους διαδρόμους, από τον χώρο του κάθε έργου μέχρι την έξοδο, ώστε να τα σύρουν μέχρι εκεί. Τη “Νίκη της Σαμοθράκης” αφού πρώτα την τύλιξαν με καλύμματα και τη στερέωσαν σε ξύλινα πλαίσια, την πλάγιασαν και τη μετακίνησαν με τις ράμπες. Τη φόρτωσαν σε ένα φορτηγό, που χρησιμοποιούνταν για μεταφορές σκηνικών θεάτρου.

Με τον ίδιο τρόπο φόρτωσαν και άλλα δύο -τεράστια από κάθε άποψη- μαρμάρινα αγάλματα. Τους περίφημους “Σκλάβους” του Μιχαήλ Άγγελου. Τον “Θνήσκοντα σκλάβο” (ύψους 2,30 μ. και βάρους 1,5 τόνων) και τον “Επαναστάτη Σκλάβο” (ύψους 2,15 μ. και βάρους 1,2 τόνων).

Τα τρία αγάλματα, “φυγαδεύτηκαν” με φορτηγά μεταφοράς σκηνικών θεάτρου. Χωρίς να δοθεί δημοσιότητα, οδηγήθηκαν και ασφαλίστηκαν στα υπόγεια του Chateau de Valencay, 235 χιλιόμετρα νότια από το Παρίσι. Όταν μετά από 9 μήνες, οι Ναζί ολοκλήρωσαν την κατάληψη της Γαλλίας, το Chateau δεν επιτάχθηκε όπως έγινε με άλλα κάστρα, επειδή ο ιδιοκτήτης του, είχε διακηρύξει “ουδετερότητα” και κατείχε τίτλο Γερμανού ευγενούς ( Δούκας του Sagan). Κανείς από τους Γερμανούς κατακτητές δεν ασχολήθηκε με τα 3 αγάλματα και αυτά έμειναν εκεί κρυμμένα, μέχρι το τέλος του πολέμου.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ “ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ”

Η “Αφροδίτη της Μήλου” προετοιμάστηκε επίσης για διαφυγή από το Λούβρο (το σχέδιο προέβλεπε να μεταφερθεί επίσης στο Chateau de Valencay). Έδεσαν ιμάντες γύρω της, για να την ανελκύσουν, όμως οι επιμελητές που επέβλεπαν τις εργασίες, διέκοψαν σχεδόν αμέσως την προσπάθεια. Ο λόγος ήταν ότι το τεράστιο άγαλμα, είχε μια πολύ ιδιαίτερη κατασκευή, εξ αρχής.

Ο γλύπτης που το κατασκεύασε, λόγω μεγέθους, το είχε δημιουργήσει σε ξεχωριστά κομμάτια. Χωριστά οι πτυχώσεις του φορέματος της βάσης, μέχρι τους μισόγυμνους γλουτούς, χωριστά ο κορμός και το κεφάλι, χωριστά το ένα χέρι του. Μετά, τα ένωσε όλα μαζί. Όταν βρέθηκε ήταν επίσης σπασμένο, σε 6 τουλάχιστον κομμάτια. Οι τεχνίτες του Λούβρου, ξεπέρασαν τους εαυτούς τους, για να πετύχουν την πλήρη συγκόλληση του αγάλματος. Κι εκείνη τη στιγμή, μια επιχείρηση ανέλκυσης, θα μπορούσε να το σκορπίσει πάλι σε κομμάτια. Ίσως και ανεπανόρθωτα.

Έτσι αποφασίστηκε να μη το ρισκάρουν και η “Αφροδίτη” παρέμεινε στο Μουσείο. Για να προφυλαχτεί από ενδεχόμενο πολεμικών επιχειρήσεων (βομβαρδισμών, πυροβολισμών κ.α.), καλύφθηκε ολόκληρη με χοντρούς αμμόσακους. Το ίδιο έγινε και με άλλα αγάλματα, όπως το άγαλµα της θεάς του κυνηγιού, γνωστό ως “Άρτεµις των Βερσαλλιών”, του 4ου αιώνα π.Χ. ύψους 2 μέτρων. Διάφορα μικρότερα αγάλματα, γλυπτά, προτομές, κούρους, αγγεία, αμφορείς, σκεύη, εργαλεία, κοσμήματα και ανάγλυφα (ρωμαϊκά, ελληνικά κ.λπ) τοποθετήθηκαν σε υπόγεια και κλειστές αίθουσες του μουσείου.

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΛΟΠΕΣ ΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σε σχέση με την Ελλάδα τα γερμανικά κα ιταλικά και στρατεύματα κατοχής έκλεψαν ανεκτίμητης αξίας αρχαιότητες. Οι περισσότερες στάλθηκαν στη Γερμανία, στην Αυστρία και σε άλλες χώρες. Κάποιες βρέθηκαν ακόμα και σε μουσεία, (όπου παραμένουν ακόμη και σήμερα) ενώ οι πιο πολλές εξακολουθούν να αγνοούνται. Ελάχιστες έχουν επιστραφεί στην Ελλάδα.

Η ελληνική αρχαιολογική υπηρεσία, πριν την εισβολή των κατακτητών, μέσω μιας ηρωικής προσπάθειας για τα μέσα που διέθετε, κατάχωσε πολλά μνημεία και τα έκρυψε σε πηγάδια, σπήλαια και υπόγειες κατασκευές.

Σύμφωνα με το υπουργείο Ανοικοδομήσεως (μετά το τέλος του πολέμου), όλους σχεδόν τους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, τους κατέλαβαν οι δυνάμεις του εχθρού και σε πολλούς προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές, γιατί έκλεψαν, κατέστρεψαν, έκτισαν πυροβολικά και οχυρωματικά έργα, χωρίς να σέβονται τίποτε. Έγιναν, όμως, και αυθαίρετες ανασκαφές, που προκάλεσαν την καταστροφή και την κλοπή αρχαιολογικών θησαυρών.

Επίσης, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν, αλλά και υπέστησαν τεράστιες ζημιές πολλές βυζαντινές αρχαιότητες και εκκλησιαστικοί χώροι, με έργα μεγάλης ιστορικής πολιτιστικής αξίας.

Μετά το τέλος του πολέμου, οι Σύμμαχοι βρήκαν και επέστρεψαν σε μουσεία και ιδιώτες πολλά από τα κλεμμένα έργα τέχνης. Τα δε κρυμμένα που δεν πειράχθηκαν, επανατοποθετήθηκαν στις θέσεις τους. Επίσημες πηγές υπολογίζουν ότι στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, οι Γερμανοί άρπαξαν από κάθε γωνιά των περιοχών που κατέκτησαν, περίπου 650 χιλιάδες έργα τέχνης, από τα οποία περίπου 150 χιλιάδες ακόμη αγνοούνται ή επιβεβαιώθηκε η καταστροφή τους.

Πηγή: www.newsville.be