Ο Ροντέν, το «Φιλί» και ο έρωτας με τα γλυπτά του Παρθενώνα

Είναι ίσως το πιο γνωστό φιλί στον κόσμο. Το πιο θερμό. Κι ας είναι από μάρμαρο ή μπρούντζο. Πίσω από αυτό, ο καθένας ψάχνει να βρει μια μεγάλη ιστορία αγάπης. Οι εραστές στο γλυπτό του Ροντέν έχουν μια μπερδεμένη και αμφιλεγόμενη ιστορία.

Το μνημειώδες γλυπτό και ένα από τα πιο δημοφιλή του κόσμου απεικονίζει μια ιστορία σαρκικού έρωτα. Δυο γυμνοί εραστές λιώνουν από πάθος. Είναι γνωστό απλά ως Kiss, αλλά η δύναμη των σωμάτων και της έκφρασης των εραστών περιγράφεται με πολύ περισσότερες λέξεις. Κάθονται γυμνοί επάνω σε ένα σκαλισμένο βράχο, απόλυτα αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο, ανέμελοι και η στάση τους δημιουργεί μια εντυπωσιακή αντίθεση με το κάθε περιβάλλον. Εκπροσωπούν τον απόλυτο έρωτα, τον μαγνητισμό που ασκεί το ένα πρόσωπο στο άλλο, αδιαφορώντας για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω τους. Η έννοια του έρωτά τους είναι εξιδανικευμένη και διαχρονική.

Το γλυπτό το βλέπει κανείς σε διάφορα μέρη του κόσμου. Έγιναν τέσσερα νόμιμα αντίγραφα κατά τη διάρκεια της ζωής του Ροντέν, με λατινικούς αριθμούς (ΙΙΙ/ΙV) που είχε δικαίωμα να χυτεύσει το Μουσείο Ροντέν στο Παρίσι από το πρωτότυπο εκμαγείο.

Το Φιλί πηγάζει από ένα ανάγλυφο σύμπλεγμα που κοσμούσε το μέσον του αριστερού πλαισίου της Πύλης της Κολάσεως (γύρω στο 1880-1881) και απεικόνιζε τον Πάολο και τη Φραντζέσκα ένα ξακουστό ζευγάρι εραστών που έζησαν στα τέλη του 13ου αιώνα και δολοφονήθηκαν από τον απατημένο σύζυγο Gianciotto Μalatesta, άρχοντα του Ρίμινι, την ώρα που αντάλλασσαν το πρώτο τους φιλί. Οι δύο εραστές είναι η γυναίκα του και ο αδερφός του. Το επεισόδιο αναφέρεται από τον Δάντη στη Θεία Κωμωδία, στο V άσμα της Κολάσεως.

Ο Ροντέν αποφάσισε να αποσύρει τη σύνθεση από την Πύλη της Κολάσεως, θεωρώντας ότι το Φιλί απεικόνιζε μια στιγμή άρρητης ευδαιμονίας που δεν ταίριαζε με το πνεύμα του συνόλου. Έτσι άρχισε να δουλεύει τη σύνθεση ανεξάρτητα από το 1882. Το 1887 το σύμπλεγμα είχε ήδη ολοκληρωθεί και παρουσιάστηκε στο Βέλγιο. Το 1888 η Διεύθυνση Καλών Τεχνών του γαλλικού κράτους παρήγγειλε στον γλύπτη ένα αντίτυπο σε μάρμαρο.

Οι δυο εραστές αγκαλιάζονται αρμονικά, και τα σώματά τους διασταυρώνονται γεμάτα αρμονία. «Το μυστικό της γλυπτικής» έλεγε ο γλύπτης «βρίσκεται στο πλάσιμο», «το πλάσιμο είναι συνώνυμο της ζωής». Η ένωση των δύο νέων έχει πάθος και ιερότητα. Το χέρι του άντρα ακουμπά με τρυφερότητα στο κορμί της γυναίκας.

«Το σπουδαιότερο», γράφει ο Ροντέν στη διαθήκη που απευθύνει προς τους νέους καλλιτέχνες «είναι να συγκινείσαι, να αγαπάς, να ελπίζεις, να πάλλεσαι, να ζεις». Αυτός ο παλμός της ζωής, αυτός ο θεϊκός έρωτας εμψυχώνει ολόκληρο το έργο του.

Και κάνει τον κόσμο να συρρέει για να θαυμάσει τα γλυπτά του μέσα στο μοναδικό φως του Μουσείου Ροντέν στο Παρίσι, στο Hôtel Biron, ένα θαυμάσιο παλάτι του 18ου αιώνα, που ο γλύπτης το χρησιμοποιούσε ως το παρισινό στούντιό του μέχρι τον θάνατό του το 1917.

Σε καμία περίπτωση ο επισκέπτης δεν σκέπτεται ότι οι δύο αυτοί εραστές είναι μοιχοί. Για δέκα ολόκληρα χρόνια το γλυπτό στεκόταν ημιτελές στο στούντιο του Ροντέν. Αντιγράφηκε σε μπρούντζο και σε διάφορα μεγέθη και πάνω από 300 εκμαγεία έχουν εμφανιστεί από το 1917. Το Φιλί είναι ένας μαγνήτης για τους ρομαντικούς, που εξυμνεί το φυσικό νεανικό πάθος. Παρόλο που πολλοί υποστηρίζουν ότι η έμπνευση για τη γυναίκα στο The Kiss ήταν η ερωμένη του Ροντέν, γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ, το γλυπτό είχε αρχίσει πριν τη συνάντησή τους.

Το 1900, ο αντικέρ Edward Perry Warren, ο οποίος έζησε στο East Sussex στη νότια Αγγλία, ζήτησε να πληροφορηθεί αν ο Ροντέν θα εξέταζε την παραγωγή ενός αντιγράφου του γλυπτού σε φυσικό μέγεθος με το καλύτερο δυνατό μάρμαρο για τη δική του ιδιωτική συλλογή. Ο Γάλλος καλλιτέχνης συναίνεσε, πήρε αμοιβή 20.000 φράγκων, το τελικό κομμάτι παραδόθηκε το 1904, αλλά αποδείχτηκε πολύ μεγάλο για το σπίτι του Warren και αποθηκεύτηκε σε ένα μέρος κάπως εξευτελιστικό, στον στάβλο. Το άγαλμα περιήλθε στη συλλογή της Tate, το 1953. Ένα μπρούντζινο αντίγραφο από τα νόμιμα και αριθμημένα υπάρχει στο φουαγέ της Στέγης του ιδρύματος Ωνάση.

Το φιλί και τα γλυπτά του Παρθενώνα

Το φιλί είναι η καλύτερη και πιο σχετική απάντηση στην τέχνη στα γλυπτά του Παρθενώνα, λένε πολλοί ιστορικοί τέχνης μνημονεύοντας τον έρωτα και τον σεβασμό του γλύπτη που χάρισε στην ανθρωπότητα έργα όπως τον «Σκεπτόμενο» προς την ιδιοφυία του Φειδία και τον οποίο θεωρούσε τον μεγαλύτερο γλύπτη όλων των εποχών και των έργων του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Ροντέν δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα. Οι γνώσεις του για τον Παρθενώνα προέρχονταν από βιβλία και τα γλυπτά που μελετούσε στο Λούβρο και το Βρετανικό Μουσείο. Επισκέφτηκε για πρώτη φορά το μουσείο Bloomsbury το 1881, όταν ήταν 41 ετών και επέστρεψε εκεί τουλάχιστον 15 φορές.

Η επίδραση που άσκησαν στην τεχνική και στην οπτική του τα γλυπτά του Παρθενώνα όταν τα είδε από κοντά ήταν τόσο μεγάλη, που άρχισε να διαμορφώνει ανάλογα και τα δικά του έργα αφαιρώντας μέλη του σώματος, όπως στον «Ανθρωπο που βαδίζει». Το 1902 είπε «στον ελεύθερο χρόνο μου απλά στοιχειώνω το Βρετανικό Μουσείο».

Η τελευταία του επίσκεψη ήταν μήνες πριν από τον θάνατό του το 1917. Συνήθως έμενε στο Thackeray, ακριβώς απέναντι από την κύρια είσοδο του Βρετανικού μουσείου. Το 1915, το ξενοδοχείο διαφήμιζε «ηλεκτρικό φως σε όλους τους χώρους, μπάνια σε κάθε όροφο» και προσέφερε κρεβάτι, πρωινό και δείπνο στο δωμάτιο για 8,6 σελίνια. Στο προσωρινό αυτό «σπίτι του», ο Ροντέν, έφτιαχνε σχέδια στο επιστολόχαρτο του ξενοδοχείου του Λονδίνου. Αν και ο Ροντέν δεν ήταν ο μόνος που είχε εμπνευστεί από τα γλυπτά του Παρθενώνα, ήταν αυτός που είχε ανταποκριθεί σε αυτά «με πάθος που θα διαρκούσε μια ζωή».

Ο Ροντέν αγαπούσε πραγματικά τα γλυπτά του Παρθενώνα. Από την προτομή του 1896 της φίλης του, Μαριάνα Ράσελ, που πόζαρε ως Παλλάς (Αθηνά) με τον Παρθενώνα να βγαίνει από το κεφάλι της, έως τα σκίτσα των μαρμάρων του Παρθενώνα που έκανε, υπάρχουν άφθονα στοιχεία για το πάθος του, αλλά και για τον μοντέρνο, ζωντανό, παράξενο και ονειρικό τρόπο που που τα μετέφερε στις δημιουργίες του, όταν τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του. Τα έργα του Ροντέν, όπως και τα γλυπτά του Παρθενώνα,  που εντυπωσίασε τόσο τις επόμενες γενιές, έγιναν κλασικά, ο ορισμός της μεγάλης τέχνης για το ύφος, την αλήθεια, την απεριόριστη φαντασία και τόλμη, την καινοτομία και το ύφος.

Ο πατέρας, ο «εφευρέτης» της μοντέρνας γλυπτικής όχι μόνο δεν περιφρόνησε το παρελθόν, αλλά κατάφερε και αποθέωσε την πιο ισχυρή ιδέα που κρύβεται μέσα στην τέχνη της αρχαιότητας: Το πάθος. Το κοινό του με τους δημιουργούς του Παρθενώνα είναι μια ακόρεστη όρεξη για ζωή, αυτή που μας κάνει να μπορούμε να αισθανθούμε ακόμα το μεγαλείο και το περίπλοκο θαύμα της δημιουργίας τους. Ο Ροντέν κατανόησε με τον πιο μεγαλειώδη τρόπο το ελληνικό όραμα και έκανε τέχνη την επική αίσθηση και επίγνωση ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα είναι τα μεγαλύτερα έργα τέχνης στη γη.

Πηγή: www.elculture.gr