Ορυκτές πρώτες Ύλες και βιώσιμη ανάπτυξη

Ergomac banner ad
Eltrak - Cat banner ad

Του κ. Κώστα Γιατζιτζόγλου αντιπροέδρου του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων

Ελάχιστοι είναι εκείνοι που ακόμα δυσπιστούν στη διαπίστωση ότι ο τρόπος με τον οποίον διαχειριζόμαστε τους φυσικούς μας πόρους είναι μη βιώσιμος. Η συζήτηση πλέον έχει περάσει από το τι θα συμβεί στο πότε θα συμβεί. Ακόμα και σε αυτό το επίπεδο, κοινή πεποίθηση είναι ότι το πρόβλημα θα θίξει τις αμέσως επόμενες γενιές, αν όχι και την δική μας.

Stonetech banner ad
Stonetech banner ad
Officine Marchetti banner ad

Η πίεση, τόσο στις κυβερνήσεις, όσο και στην επιστημονική κοινότητα είναι μεγάλη. Τα κινήματα υπέρ της λήψης μέτρων γιγαντώνονται, οι αρχές διαθέτουν όλο και μεγαλύτερα ποσά προς την – κάθε μορφής – τεχνολογία για την προστασία του περιβάλλοντος και η δημοσιότητα που αποκτά το θέμα συγκινεί όλο και περισσότερους. Ο συνδυασμός ακτιβισμού, πολιτικής και οικονομικής προτεραιότητας και της – συνεπακόλουθης – δημοσιότητας σε πολλές περιπτώσεις γίνεται άκρως επικίνδυνος. Ο κλάδος μας έχει βιώσει τους κινδύνους αυτούς σε διάφορα επίπεδα.

Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να στηρίξει οικονομικά την «βιώσιμη» ανάπτυξη μέσα στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας. Για την ευόδωση δε του σκοπού της αυτού, εξέδωσε Κανονισμό με τον οποίο ορίζεται ποιοι κλάδοι και με ποιους όρους θεωρείται ότι συνεισφέρουν στην βιώσιμη ανάπτυξη. Δύσκολα κανείς θα βρει επιχείρημα κατά μιας συγκροτημένης πολιτικής για την προστασία του περιβάλλοντος. Δυστυχώς όμως, ο τρόπος με τον οποίο καθορίζεται το πλαίσιο επαναλαμβάνει ένα κλασσικό, για τις υπηρεσίες της ΕΕ, λάθος.  Όταν ορίζεις τον «καλό» αυτόματα, εξ αντιδιαστολής, προσδιορίζεται  και ο «κακός». Όταν συνεπώς καταγράφονται συγκεκριμένες δραστηριότητες ως συμβάλλουσες στην βιώσιμη ανάπτυξη, μοιραία, οι υπόλοιπες δραστηριότητες θεωρούνται «κακές» για το περιβάλλον. Έτσι, για παράδειγμα, θεωρείται περιβαλλοντικός «εγκληματίας» όποιος παράγει ενέργεια από στερεά καύσιμα, ανεξάρτητα από το αν το κάνει με την βέλτιστη διαθέσιμη τεχνολογία και κυρίως, από το αν δεν υπήρχε εναλλακτική λύση όταν ξεκίνησε.

Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς, ότι ο εξορυκτικός κλάδος δεν θα μπορούσε να «χωρέσει» στον νομοθετικό ορισμό της «βιώσιμης» ανάπτυξης. Παρόλο που σε κάποιο σημείο ο Κανονισμός άνοιξε ένα μικρό παράθυρο, μιλώντας για κλάδους στους οποίους δεν υφίσταται εναλλακτική τεχνολογία φιλικότερη προς το περιβάλλον, η πρόσφατη πρόταση εξειδίκευσης των κριτηρίων απλά δεν περιλαμβάνει τις ΟΠΥ. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμα και οι εξορυκτικές επιχειρήσεις που έχουν κάνει σημαντικές επενδύσεις σε βέλτιστες διαθέσιμες τεχνικές, δεν θα μπορέσουν να απολαύσουν την «πράσινη» στήριξη, όχι μόνο του συγκεκριμένου προγράμματος αλλά και – το πιθανότερο – κάθε άλλου παρόμοιου. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, ελλείψει άλλου εργαλείου ταυτοποίησης της «βιωσιμότητας», ήρθε για να μείνει και τράβηξε την γραμμή.

Το ζητούμενο για τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις δεν είναι, μόνον, η πρόσβαση σε «πράσινα» κεφάλαια. Η Ευρώπη έχει αποδείξει με τις πολιτικές της μετά το 1980 ότι είναι φανατική οπαδός του “not in my back yard”. Το πλαίσιο της περιβαλλοντικής συμμόρφωσης συνεχώς αυστηροποιείται, συνήθως χωρίς πρόνοια για την αύξηση του κόστους λειτουργίας και των επενδύσεων που θα απαιτηθούν. Το αποτέλεσμα είναι να μεταφέρονται οι «βρώμικες» περιβαλλοντικές δραστηριότητες εκτός ΕΕ. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις, μετακομίζουν σε περιοχές με πολύ «χαλαρούς» περιβαλλοντικούς, παράγοντας πολύ περισσότερους ρύπους. Απλά, αυτό δεν συμβαίνει μέσα στο οπτικό πεδίου του Ευρωπαίου πολίτη. Το δε-  συνεπακόλουθο της έξωσης – ζήτημα της αυτάρκειας της ΕΕ σε κρίσιμα αγαθά, αποτελεί συνήθως πολιτικό «ευχολόγιο» και προκύπτει αρκετές δεκαετίες μετά την μετανάστευση όσων ενοχλούν.

Η, έστω και εξ αντιδιαστολής,  κατάταξη της εξορυκτικής δραστηριότητας στους «κακούς», πέρα από την αξιοπρέπεια και τα οικονομικά συμφέροντα των μεταλλευτικών επιχειρήσεων, θίγει βάναυσα και την κοινή λογική. Στο δυτικό αξιακό σύστημα, η έννοια του καλού και του κακού προϋποθέτει την δυνατότητα επιλογής. Ο μεταλλευτικός κλάδος θα μπορούσε να έχει την επιλογή να μην δραστηριοποιείται καθόλου, μόνον σε περίπτωση που η κοινωνία να συμφωνήσει  ότι δεν χρειάζεται να εξορυχθούν νέες ποσότητες ορυκτών. Δυστυχώς, δεν έχει  την επιλογή να δραστηριοποιηθεί σε περιοχές που δεν ενοχλεί η παρουσία του, διότι τα κοιτάσματα είναι όπου η φύση τα τοποθέτησε. Η εξόρυξη διέπεται από ένα από τα αυστηρότερα νομοθετικά πλαίσια και – επειδή έχει βρεθεί συχνά στο μάτι του κυκλώνα – είναι αδύνατον να αποφύγει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ακόμα και αν το ήθελε. Και τέλος, οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις υλοποιούν συνεχώς επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, φιλικότερες προς το περιβάλλον από κάθε πλευρά. Συνεπώς, η μεταλλευτική δραστηριότητα στην ΕΕ σήμερα λειτουργεί με το μικρότερο  δυνατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Το αν αυτό το περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι αποδεκτό ή όχι, θα το αποφασίσει η κοινωνία, σταθμίζοντας όμως και τις διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα παραπάνω, μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί η αντικατάσταση ενός κινητήρα εσωτερικής καύσης με έναν ηλεκτρικό ανήκει σε «βιώσιμο» κλάδο, όταν αφορά ένα τουριστικό λεωφορείο, αλλά δεν ισχύει το ίδιο αν πρόκειται για ένα σκαπτικό μηχάνημα. Μας είναι ακατανόητο το να αγνοείται η συνεισφορά του κλάδου των ΟΠΥ στις προσπάθειες μείωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την ανθρώπινη δραστηριότητα, πολύ περισσότερο όταν μεγάλο μέρος των τεχνολογιών που αναπτύσσονται για αυτούς του άλλους- «βιώσιμους» – κλάδους, στηρίζονται πάνω στις ορυκτές πρώτες ύλες. Λίγο μας πειράζει το να καπηλεύονται άλλοι τα εύσημα κοινωνικής ευαισθησίας. Μας ενοχλεί όμως σφόδρα το να μας αποδίδεται ο ρόλος του «κακού».