Η υποχώρηση της κινεζικής ζήτησης συμπιέζει τις εξαγωγές ακατέργαστων όγκων, ενώ τα επεξεργασμένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας κρατούν «άμυνα» στη Μέση Ανατολή και τις ΗΠΑ.
Μια δεκαετία αναπτυξιακού κύκλου και έντονης μεταβλητότητας κλείνει για τον κλάδο του ελληνικού μαρμάρου, με τα στοιχεία του Α’ τριμήνου του 2026 να επιβεβαιώνουν ότι η βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά διαρθρωτική μεταβολή. Η συνολική εξαγωγική δραστηριότητα παρουσιάζει εμφανή επιβράδυνση, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 2016 και απολέτοντας την ορμή της χρυσής διετίας 2017–2018. Ωστόσο, πίσω από την κάμψη των συνολικών μεγεθών κρύβεται μια ριζική ανακατανομή του εξαγωγικού προφίλ της χώρας: το κέντρο βάρους μετατοπίζεται πλέον ξεκάθαρα από την πώληση ακατέργαστων όγκων προς τα επεξεργασμένα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η πορεία των συνολικών εξαγωγών και η επιστροφή στην αφετηρία
Μετά την εντυπωσιακή άνοδο της περιόδου 2016–2018 —όταν η αξία των εξαγωγών εκτινάχθηκε από τα €50,24 εκατ. το Α’ τρίμηνο του 2016 στα €92,03 εκατ. το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018 και οι ποσότητες έφτασαν από τους 129,8 χιλ. τόνους στους 240,1 χιλ. τόνους— ο κλάδος εισήλθε σε τροχιά σταδιακής διόρθωσης. Η πανδημία του COVID-19 το 2020 προκάλεσε το πρώτο ισχυρό πλήγμα λόγω των αναταράξεων στην παγκόσμια οικοδομική δραστηριότητα, περιορίζοντας τις εξαγωγές στα €63,12 εκατ. (156,4 χιλ. τόνοι), ενώ η προσωρινή ανάκαμψη του 2021 με €74,12 εκατ. αποδείχθηκε βραχύβια.
Από το 2022 και μετά, η διεθνής ζήτηση εμφάνισε σταθερή εξασθένηση, με την αξία να διαμορφώνεται στα €66,42 εκατ. το 2022, στα €68,46 εκατ. το 2023 και στα €65,55 εκατ. το 2024. Η καθοδική αυτή τροχιά συνεχίστηκε και το 2025, όταν η αξία περιορίστηκε στα €61,55 εκατ. και οι ποσότητες στους 157,5 χιλ. τόνους.
Η τάση αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής το Α’ τρίμηνο του 2026, με τις συνολικές εξαγωγές να υποχωρούν στα €52,62 εκατ. και τις ποσότητες στους 136,6 χιλ. τόνους. Σε σύγκριση με το ιστορικό υψηλό του 2018, η αξία εμφανίζεται μειωμένη κατά 42,8% και οι ποσότητες κατά 43,1%. Η σχεδόν ταυτόσημη πτώση όγκου και αξίας υπογραμμίζει ότι η υποχώρηση δεν οφείλεται σε απλές διακυμάνσεις των τιμών, αλλά σε μια γενικότερη κάμψη της διεθνούς απορρόφησης, φέρνοντας τον κλάδο πολύ κοντά στα επίπεδα έναρξης της προηγούμενης δεκαετίας.
Η σταδιακή μεταβολή στη σύνθεση του εξαγωγικού προφίλ
Η πιο ουσιαστική εξέλιξη για τον κλάδο δεν αφορά τη μείωση των συνολικών μεγεθών, αλλά την πλήρη αντιστροφή των ισορροπιών ανάμεσα στο ακατέργαστο υλικό (Marble Blocks & Slabs) και τα τελικά, επεξεργασμένα προϊόντα (Finished Marble Products).
Το Α’ τρίμηνο του 2018, τα ακατέργαστα μάρμαρα κυριαρχούσαν απόλυτα, αντιπροσωπεύοντας το 65,39% της συνολικής αξίας των εξαγωγών, έναντι μόλις 34,61% των επεξεργασμένων. Οκτώ χρόνια αργότερα, το Α’ τρίμηνο του 2026, το σκηνικό ανατράπηκε πλήρως: τα επεξεργασμένα προϊόντα κατέλαβαν το 59,63% της εξαγωγικής αξίας, αφήνοντας στα ακατέργαστα το 40,37%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αναδιάρθρωση αυτή αφορά κυρίως την αξία και όχι τον όγκο, καθώς τα ακατέργαστα μάρμαρα εξακολουθούν να αποτελούν το 72,77% των συνολικών εξαγόμενων ποσοτήτων το 2026. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι, ενώ η βιομηχανία συνεχίζει να διακινεί μεγάλους όγκους πρώτης ύλης, η κύρια πηγή παραγωγής πλούτου και εμπορικής αξίας έχει μετατοπιστεί στα τελικά προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Η εξέλιξη των ακατέργαστων μαρμάρων και η κινεζική αγορά
Η πορεία του ακατέργαστου ελληνικού μαρμάρου παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με την αγορά της Κίνας, η οποία, παρά τη συρρίκνωση των εισαγωγών της, απορρόφησε το 73,11% της αξίας και το 77,30% των ποσοτήτων της κατηγορίας το Α’ τρίμηνο του 2026.
Κατά την περίοδο της έντονης ανόδου (2016–2018), η αξία των ακατέργαστων είχε αυξηθεί από τα €20,14 εκατ. στα €60,18 εκατ., με την Κίνα να πηγαίνει από τα €15,92 εκατ. στα €50,67 εκατ. Ωστόσο, το Α’ τρίμηνο του 2026 η συνολική αξία των ακατέργαστων περιορίστηκε στα €21,24 εκατ. (μείωση 64,7% από το 2018) και οι ποσότητες υποχώρησαν στους 99,4 χιλ. τόνους. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές προς την Κίνα υποχώρησαν στα €15,53 εκατ. και στους 76,9 χιλ. τόνους.
Η κινεζική αγορά δεν λειτουργεί πλέον με τους όρους της προηγούμενης δεκαετίας. Η παρατεταμένη κρίση στον κατασκευαστικό τομέα της χώρας και η στροφή στη διαχείριση του κόστους έχουν συμπιέσει δραματικά τις τιμές. Η μέση τιμή ανά τόνο για τις εξαγωγές προς την Κίνα κατέγραψε ελεύθερη πτώση, υποχωρώντας από το ιστορικό υψηλό των €401,12 το 2019 στα €202,08 το 2026.
Η μέση τιμή του ελληνικού ακατέργαστου μαρμάρου στην Κίνα (€202,08/τόνο) έχει πλέον συγκλίνει οριακά με την αντίστοιχη τιμή του τουρκικού μαρμάρου (€200,81/τόνο). Η απώλεια της παραδοσιακής τιμολογιακής υπεραξίας, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη μείωση των όγκων, δημιουργεί έντονες πιέσεις στα περιθώρια κερδοφορίας των ελληνικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυνούμενου κόστους εξόρυξης και λειτουργίας.
Η σταθερή πορεία των επεξεργασμένων προϊόντων
Σε πλήρη αντίθεση με τους κλυδωνισμούς των ακατέργαστων, τα επεξεργασμένα προϊόντα μαρμάρου επέδειξαν αξιοσημείωτη σταθερότητα. Η αξία των εξαγωγών τους διαμορφώθηκε στα €31,38 εκατ. το Α’ τρίμηνο του 2026, παραμένοντας ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με το 2016 (€30,10 εκατ.), παρά τις διεθνείς κρίσεις, ενώ το υψηλότερο σημείο είχε καταγραφεί το 2025 με €38,70 εκατ.
Οι εξαγόμενες ποσότητες κινήθηκαν από τους 46.987 τόνους το 2016 στο ιστορικό υψηλό των 53.875 τόνων το 2020, για να διαμορφωθούν στους 37.204 τόνους το Α’ τρίμηνο του 2026. Η ανθεκτικότητα της συνολικής αξίας υποστηρίχθηκε από τη συνεχή βελτίωση της μέσης τιμής ανά τόνο, η οποία αυξήθηκε κατά 31,7% μέσα στη δεκαετία, ανεβαίνοντας από τα €640,69 το 2016 στα €843,50 το 2026 (με το ιστορικό υψηλό να σημειώνεται το 2024 στα €869,36). Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι το ελληνικό επεξεργασμένο μάρμαρο διατηρεί ισχυρή θέση στις διεθνείς αγορές και απευθύνεται σε project υψηλών προδιαγραφών.
Οι κυριότεροι προορισμοί και οι περιφερειακές προκλήσεις
Αν και τα επεξεργασμένα προϊόντα εμφανίζουν μεγαλύτερη γεωγραφική διασπορά σε σχέση με τα ακατέργαστα, η συγκέντρωση παραμένει υψηλή, με τις πέντε κυριότερες χώρες να απορροφούν το 68,24% της αξίας και το 52,94% των ποσοτήτων κατά το Α’ τρίμηνο του 2026.
Η πλέον εντυπωσιακή εξέλιξη αφορά τη Σαουδική Αραβία. Καθοδηγούμενη από τα γιγαντιαία έργα του προγράμματος Vision 2030, η αγορά αυτή εξελίχθηκε στον σημαντικότερο προορισμό, με την αξία των εξαγωγών να εκτινάσσεται από τα €1,81 εκατ. το 2016 στο ιστορικό υψηλό των €9,61 εκατ. το 2026. Παράλληλα, οι ποσότητες αυξήθηκαν από 2.361 σε 6.264 τόνους και η μέση τιμή ανά τόνο διπλασιάστηκε, φτάνοντας το εντυπωσιακό ρεκόρ των €1,534.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν διαχρονικά η αγορά με την υψηλότερη προστιθέμενη αξία, καταγράφοντας μέση τιμή €1.782 ανά τόνο το 2026. Ωστόσο, η ζήτηση εμφανίζεται συγκρατημένη στα €4,21 εκατ. το 2026 (έναντι €4,86 εκατ. το 2016 και του υψηλού των €7,66 εκατ. το 2021), με τις ποσότητες να περιορίζονται στους 2.365 τόνους λόγω της επιβράδυνσης της αμερικανικής οικοδομικής δραστηριότητας.
Αντίθετα, η αγορά των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων παρουσίασε αισθητή κάμψη μετά το 2023. Το Α’ τρίμηνο του 2026 η αξία περιορίστηκε στα €3,12 εκατ. και ο όγκος υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας (3.378 τόνοι), παρά το γεγονός ότι η μέση τιμή ανά τόνο άγγιξε το ιστορικό υψηλό των €923,74. Η υποχώρηση αυτή εντοπίζεται κυρίως στον Μάρτιο του 2026 (μόλις €169 χιλ. σε αξία και 275 τόνοι σε ποσότητα), γεγονός που συμπίπτει χρονικά με την κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο και τις σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Συμπέρασμα και μελλοντικές προοπτικές
Τα αποτελέσματα του Α’ τριμήνου του 2026 δείχνουν ότι η ελληνική βιομηχανία μαρμάρου δεν βρίσκεται σε κατάσταση άμεσης κρίσης, αλλά σε μια φάση όπου τα περιθώρια ασφαλείας στενεύουν. Η υψηλή εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό αγορών (καθώς μόλις πέντε χώρες απορρόφησαν το 68,77% της συνολικής αξίας και το 74,46% των ποσοτήτων του κλάδου) αυξάνει την ευαισθησία του στις διεθνείς εξελίξεις.
Η μεταβολή των συνθηκών στην Κίνα, οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες στη Μέση Ανατολή που απειλούν τα κατασκευαστικά προγράμματα, η διατάραξη των θαλάσσιων δρομολογίων και η άνοδος των ναύλων έρχονται να προστεθούν σε ένα ήδη αυξημένο κόστος παραγωγής, ενέργειας και εργασίας. Στο νέο αυτό περιβάλλον, η διεύρυνση της γεωγραφικής παρουσίας των επιχειρήσεων, η περαιτέρω επένδυση στην καθετοποιημένη επεξεργασία και η σαφής στρατηγική τοποθέτηση του ελληνικού μαρμάρου με βάση την ποιότητα και την τεχνογνωσία θα αποτελέσουν τους κρίσιμους παράγοντες για τη βιώσιμη ανάπτυξη τα επόμενα έτη.


































