Γεράσιμος Σκλάβος: Ένας διαπρεπής Έλληνας γλύπτης

Epiroc banner ad

Διαπρεπής Έλληνας γλύπτης «των μεγάλων όγκων», με διεθνή αναγνώριση και απροσδόκητο τέλος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες του 20ου αιώνα.

Ο Γεράσιμος Σκλάβος γεννήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1927 στα Ντομάτα της Κεφαλληνίας και ήταν το τέταρτο από τα οκτώ παιδιά του αγρότη Σταύρου Σκλάβου. Ο πατέρας του τον προόριζε για ναυτικό, αλλά ο ίδιος ήθελε να γίνει πιλότος. Το 1948 απορρίφθηκε από τη Σχολή Ικάρων, εξαιτίας ενός οφθαλμολογικού προβλήματος και αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Όλα αυτά τα χρόνια ο Σκλάβος δοκίμαζε το ταλέντο του στη γλυπτική, πλάθοντας γυμνές γυναικείες μορφές από άμμο στις παραλίες της Κεφαλληνίας και δημιουργώντας εφήμερα γλυπτά από χιόνι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. «Είμαι Έλληνας και αισθάνομαι δεμένος με την πατρίδα μου. Εδώ συνειδητοποίησα για πρώτη φορά την επιτακτική ανάγκη να γίνω γλύπτης, χωρίς να ξέρω τότε ακόμη, τι θα πει τέχνη» έγραψε σ’ ένα σημείωμά του.

Μαθήτευσε κοντά στον Μιχάλη Τόμπρο (1950-1956) και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι με υποτροφία του ΙΚΥ έως το 1960. Μετά από μία σύντομη περίοδο θητείας στην παραστατική απεικόνιση, στη διάρκεια της οποίας ενδιαφέρθηκε για την ψυχογραφική και συγχρόνως αφαιρετική απόδοση της ανθρώπινης μορφής, ο Σκλάβος πέρασε το 1959 στην αφαίρεση. Αντλώντας έμπνευση από τη φύση και τα στοιχεία της, δούλευε κυρίως με σκληρά υλικά (γρανίτη, χαλαζίτη, μάρμαρο, πορφυρίτη και σπανιότερα με σίδερο ή ξύλο), δημιουργώντας συνθέσεις περίοπτες, στο πλαίσιο κυρίως της γεωμετρικής και σε ορισμένες περιπτώσεις της οργανικής αφαίρεσης.

To 1960 εφηύρε ένα μηχάνημα που εκτινάσσει οξυγόνο και ακετυλένιο κι έτσι μπορούσε να δουλεύει και να χαράζει εξαιρετικά σκληρές πέτρες, όπως ο πορφυρίτης λίθος της Αιγύπτου και οι γρανίτες της Βρετάνης. Την τεχνική του αυτή ονόμασε τηλεγλυπτική.

Η πρώτη διάκριση για τον νεαρό γλύπτη ήλθε το 1961, όταν κέρδισε το πρώτο βραβείο στην Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών στο Παρίσι. Την ίδια χρονιά, ο Κριστιάν Ζερβός οργάνωσε την πρώτη του έκθεση στην γκαλερί Cahiers d’ Art του Παρισιού. Μέχρι τον πρόωρο θάνατό του συμμετείχε σε πληθώρα εκθέσεων σε όλο τον κόσμο και απέσπασε τα εύσημα του κόσμου της τέχνης, με χαρακτηρισμούς, όπως «ο μεγαλύτερος γλύπτης του 20ου αιώνα μετά τον Τζιακομέτι».

Τη διετία 1965-1966 δημιουργεί το περίφημο γλυπτό από πεντελικό μάρμαρο Δελφικό Φως, το οποίο στήθηκε στον κήπο του ξενοδοχείου Αμαλία στους Δελφούς. Θα γράψει για το έργο του αυτό: «Στους Δελφούς λαμπάδιασε η ψυχή μου. Τα σκήπτρα κατέχει το φως. Πρέπει να τρέξεις γιατί το φως είναι λίγο και θα τελειώσει. Τρέξε, τρέξε, μοιράζουν το φως και είσαι μόνος». Το φως παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο του Σκλάβου.

Το 1965 παρουσιάζει έργα του στην Αθήνα, στα Παναθήναια της Γλυπτικής στου Φιλοπάππου, ενώ η Εθνική Πινακοθήκη αποκτά το γλυπτό του La Passante από πεντελικό μάρμαρο. Την επόμενη χρονιά διοργανώνεται η τελευταία του ατομική έκθεση στο Χίλτον της Αθήνας, ενώ δημιουργεί το γλυπτό από γκρίζο γρανίτη Η φίλη που δεν έμενε, που θα αποδειχθεί μοιραίο για τη ζωή του. Το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου 1967 δεν υπήρχε φως στο ατελιέ του, εξαιτίας μιας καμένης ασφάλειας. Προσπαθώντας να ανέβει στο υπνοδωμάτιο του στο επάνω πάτωμα, σκόνταψε στο ογκώδες γλυπτό. Αυτό μετακινήθηκε και τον καταπλάκωσε, συντρίβοντάς του τον θώρακα και τον αυχένα. Ο Γεράσιμος Σκλάβος είχε χάσει τη ζωή του από το ίδιο του το δημιούργημα.

Την ίδια ημέρα είχε ολοκληρώσει ένα ακόμη σπουδαίο έργο του, το γλυπτό από πεντελικό μάρμαρο Η τελευταία ενόραση, για το οποίο έγραψε: «Κι αν μείνει μες στο σκοτάδι, γράψε με τα μάτια της ψυχής». Εκτός από τη γλυπτική ασχολήθηκε επίσης με το σχέδιο και τη ζωγραφική, δημιουργώντας έργα που ακολουθούν το ύφος των γλυπτικών του συνθέσεων, από την αναπαράσταση ως την αφαίρεση.

Πηγή: www.briefingnews.gr