Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, Β’ Αντιπρόεδρος ΣΜΕ: Ορυκτά χωρίς εξόρυξη;

Eltrak - Cat banner ad

Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, Διευθύνων Σύμβουλος ΓΕΩΕΛΛΑΣ ΑΜΜΑΕ Β’ Αντιπρόεδρος ΣΜΕ

Δεν υπάρχει λογικός άνθρωπος ο οποίος να διαφωνεί με την ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος. Ανεξάρτητα από τους ποσοτικούς στόχους, επί της αρχής όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε άμεσα τις τεχνολογίες που εκπέμπουν αέρια του θερμοκηπίου, αν θέλουμε να αποφύγουμε καταστροφικές αλλαγές στο κλίμα του πλανήτη. Τα τελευταία χρόνια, έχουν ανακοινωθεί κάποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την δραστική μείωση της χρήσης άνθρακα και την υποκατάσταση του από άλλες τεχνολογίες παραγωγής, με σημαντικότερη εκείνη της ΕΕ που ονομάσθηκε “Fit for 55” και στοχεύει σε μείωση κατά 55% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2030.

Stonetech banner ad
Stonetech banner ad
Officine Marchetti banner ad

Όπως είναι μάλλον προφανές, μια τέτοιας κλίμακας αλλαγή παραγωγικού μοντέλου σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα θα απαιτήσει σημαντικότατες επενδύσεις, ιδιαίτερα αν, όπως όλοι εύχονται, την μιμηθούν και άλλες χώρες εκτός ΕΕ. Παρόλο που επίσημα δεν υπάρχει καταγεγραμμένη μια λεπτομερής αποτύπωση των επενδύσεων αυτών, πληθώρα μελετών προσπαθεί να προσεγγίσει το θέμα από πλευράς τόσο των τεχνολογιών όσο και των πόρων που θα απαιτηθούν. Σε μια από τις πλέον πρόσφατες, η εταιρία συμβούλων McKinsey 1 ξεκινάει με την παρατήρηση ότι η μετάβαση σε οικονομία μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος θα εκτοξεύσει την κατανάλωση ορυκτών. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι όλες οι διαθέσιμες τεχνολογίες «πράσινης» ενέργειας απαιτούν για την κατασκευή των υποδομών τους σημαντικότατες ποσότητες πρώτων υλών.

Η ζήτηση για τα μεταλλικά – κυρίως – ορυκτά που απαιτούνται για τις νέες αυτές τεχνολογίες αναμένεται να εκτοξευθεί σε επίπεδα, τα οποία δεν μπορούν να καλυφθούν από τις τρέχουσες παραγωγικές δυναμικότητες. Το πρόβλημα αναμένεται να γίνει οξύτερο από το γεγονός ότι πολλά από αυτά τα ορυκτά δεν είναι ευρέως διαδεδομένα. Η συγκέντρωση των κοιτασμάτων σε μικρό αριθμό χωρών, αναπόφευκτα θα δημιουργήσει προβλήματα σε ότι αφορά τόσο τις τιμές όσο και την γεωστρατηγική ισορροπία. Επίσης, η ανάγκη νέων υποδομών για την παραγωγή ενέργειας σε τέτοια κλίμακα, θα προκαλέσει εκτόξευση της δραστηριότητας και στον κατασκευαστικό τομέα, δημιουργώντας σημαντική αύξηση της ζήτησης για μη μεταλλικά ορυκτά καθώς και αδρανή.

Εξ αιτίας της εκτόξευσης της ζήτησης, για ορισμένα ορυκτά θα πρέπει να γίνει αποδεκτό και ένα διαφορετικό μοντέλο εκμετάλλευσης. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αυξημένες ανάγκες δεν μπορεί να καλυφθούν από τα μέχρι σήμερα θεωρούμενα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα, με αποτέλεσμα να πρέπει να αξιοποιηθούν και κοιτάσματα φτωχότερα σε περιεκτικότητες. Αυτό αλλάζει σημαντικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της συγκεκριμένης εκμετάλλευσης, ενώ καθιστά απαραίτητη την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, τόσο για την εξόρυξη όσο και για την επεξεργασία των συγκεκριμένων ορυκτών.

Για την επίτευξη του στόχου της συγκράτησης της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1.5 βαθμό, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, η αύξηση της ζήτησης έως το 2030 για ορισμένα ορυκτά θα φθάσει μέχρι και το 700%. Αυτό σημαίνει ότι η εξορυκτική βιομηχανία θα πρέπει να αναπτυχθεί με πρωτοφανείς ρυθμούς. Σε αντίθετη περίπτωση, οι στόχοι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν. Εκτιμάται ότι οι επενδύσεις σε υποδομές εξόρυξης θα πρέπει να αυξηθούν στην ΕΕ περίπου κατά 500%, προκειμένου να καλυφθεί μόνο μέρος της πρόσθετης ζήτησης. Προφανώς, κάθε ευρώ που δεν θα επενδυθεί εντός ΕΕ, θα οδηγήσει σε αύξηση της εξάρτησης από τρίτες χώρες.

Οι πολιτικές ηγεσίες στην ΕΕ, επι της αρχής διακηρύσσουν την αποφασιστικότητα τους στο να αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Πρωτοβουλίες όπως η «Ευρωπαϊκή (επανα)εκβιομηχάνιση2» και οι «Κρίσιμες Πρώτες Ύλες 3», συμπληρώνουν ήδη μια δεκαετία από την ανάληψη τους. Παρόλα αυτά, ελάχιστη θετική επίπτωση είχαν, τουλάχιστον στον κλάδο μας.    Στην Ευρώπη επικρατεί σαφώς  το εύκολο αφήγημα της «μείωσης των επιπτώσεων στο περιβάλλον», το οποίο υλοποιείται με την πολιτική του «δεν το βλέπω, άρα δεν υπάρχει». Το αποτέλεσμα είναι να καθίσταται συνεχώς δυσχερέστερη η ανάπτυξη εξορυκτικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων επί Ευρωπαϊκού εδάφους. Η στάση αυτή της ΕΕ, εν τέλει αυξάνει την περιβαλλοντική επιβάρυνση του πλανήτη, αφού είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό που δεν παράγεται επί Ευρωπαϊκού εδάφους, θα παραχθεί κάπου αλλού με σημαντικά δυσμενέστερες επιπτώσεις για το περιβάλλον. Επιπρόσθετα,  η πολιτική αυτή δημιουργεί μεσοπρόθεσμα σοβαρότατα προβλήματα επάρκειας και εξάρτησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την σημερινή κρίση με το φυσικό αέριο.

Στην περίπτωση της πράσινης μετάβασης, το διακύβευμα πιθανά θα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η εξάρτηση από εισαγόμενες α ύλες, των οποίων η ζήτηση θα αυξηθεί δραματικά και οι οποίες προέρχονται από, πρακτικά,  μονοπωλιακές αγορές, θα οδηγήσει, πέρα από την εκτόξευση των τιμών και σε προβλήματα στην διαθεσιμότητα. Αυτό βάζει σε άμεσο κίνδυνο την επιτυχία του εγχειρήματος της «πράσινης μετάβασης», την οποία οι πολιτικές ηγεσίες έχουν υποχρέωση προς τις επόμενες γενιές να υλοποιήσουν άμεσα . Η επίτευξη του “fit for 554 ”  είναι αδύνατον να συμβεί εάν οι χώρες της ΕΕ δεν αξιοποιήσουν στο έπακρο το σύνολο των ορυκτών πόρων που διαθέτουν. Προϋπόθεση για μια τέτοια στροφή είναι η αλλαγή τόσο στην «Νομοθετική νοοτροπία», όσο και στον τρόπο με το οποίο θα πρέπει να στηρίζει η δημόσια διοίκηση την ανάπτυξη της εξόρυξης.

https://www.mckinsey.com/industries/metals-and-mining/our-insights/the-raw-materials-challenge-how-the-metals-and-mining-sector-will-be-at-the-core-of-enabling-the-energy-transition

2https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/fr/SPEECH_13_1008

https://ec.europa.eu/growth/sectors/raw-materials/areas-specific-interest/critical-raw-materials_en

https://www.consilium.europa.eu/en/policies/green-deal/fit-for-55-the-eu-plan-for-a-green-transition/