Η ‘Οδύσσεια’ μιας επένδυσης

Ergomac banner ad
Eltrak - Cat banner ad

Του Δρα. Α. Αποστολίκα, Διευθυντή Γεωλογικών – Μεταλλευτικών Ερευνών ΓΜΜΑΕ ΛΑΡΚΟ

Η Ελλάδα ευρισκόμενη στην έξοδο του τούνελ μιας πρωτοφανούς δεκαετούς οικονομικής κρίσης, η οποία έφερε στο χείλος του γκρεμού την χώρα μας και πριν προλάβει να εξέλθει πλήρως από αυτή, έπεσε ξανά στη δίνη της παγκόσμιας πλέον σφοδρής διαταραχής της οικονομίας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού.

Stonetech banner ad
Stonetech banner ad
Officine Marchetti banner ad

Σύμφωνα με την ΕΚΤ η πανδημία οδήγησε σε απότομη συρρίκνωση της παγκόσμιας οικονομίας, με το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ το 2020 να συρρικνώνεται κατά 6,6%. Αντίστοιχα στον τομέα του διεθνούς εμπορίου το πλήγμα που επέφερε η πανδημία οδήγησε στην κατακόρυφη πτώση του, ενώ η έντονη αβεβαιότητα και το επιδεινούμενο οικονομικό κλίμα επέδρασαν ανασταλτικά και στις επενδύσεις.

Εικ. 1: Εξέλιξη του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ την τελευταία δεκαετία (ΕΚΤ –Eurostat)

Μέσα σε αυτό το κλίμα, στο οποίο όλοι οι κλάδοι της οικονομίας της χώρας μας έχουν πληγεί σοβαρά τόσο κατά την δεκαετή ελληνική οικονομική κρίση όσο και κατά την περίοδο του κορωνοϊού,  ο εξορυκτικός κλάδος έδειξε μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Δεν θα σταθούμε στην προσφορά του κλάδου ως σημαντικού τροφοδότη της ελληνικής οικονομίας, εξάλλου πλήθος μελετών και στοιχείων αποτυπώνουν και αναδεικνύουν την προσφορά αυτή, αλλά στις αντίξοες συνθήκες και στο μη φιλικό περιβάλλον που καλείται να λειτουργήσει.

Διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις έχουν σαν στόχο την προσέλκυση επενδύσεων και καλούν βεβαίως την επιχειρηματική κοινότητα να ανταποκριθεί. Κανείς βεβαίως δεν αμφισβητεί τις καλές προθέσεις, αλλά στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο.

Ο εξορυκτικός κλάδος καλείται να επενδύσει  σε ένα  περιβάλλον, όπου δεν υπάρχει Εθνική Πολιτική για την Αξιοποίηση των Ορυκτών Πρώτων Υλών, δεν υπάρχει Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο, δεν υπάρχει το αυτονόητο, δηλαδή η στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης  με προσωπικό, έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στο ελάχιστο δυνατόν στις προϋποθέσεις  που απαιτούνται για την πραγματοποίηση επενδύσεων.

Για να προχωρήσει μια επένδυση απαιτείται η περιβαλλοντική αδειοδότηση, που αποτελεί την σημαντικότερη των αδειοδοτήσεων. Υπάρχουν σήμερα κατατεθειμένες μελέτες στο ΥΠΕΝ, οι οποίες αναμένουν τον έλεγχο και την έγκρισή τους περισσότερο από πέντε χρόνια. Αυτό σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ενέργειες που θα πρέπει να προβούν οι επιχειρήσεις, καθιστούν απαγορευτική την ολοκλήρωση μιας επένδυσης. Συνεπώς η ταχεία περιβαλλοντική αδειοδότηση θεωρείται για την πορεία μιας επένδυσης «εκ των ων ουκ άνευ».

Το 2020 ψηφίστηκε ο Νόμος 4685, ο οποίος έρχεται να βελτιώσει τον αντίστοιχο Νόμο 4014/2011 και θέτει σαν στόχο τον εκσυγχρονισμό της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Οι δύο νόμοι προβλέπουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την περιβαλλοντική αδειοδότηση και  ο χρόνος που δίνεται για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανέρχεται σε 3 μήνες. Επίσης προβλέπουν την σύσταση Μητρώου Πιστοποιημένων Αξιολογητών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

Τόσο το άρθρο 16 του Ν. 4014, όσο και το άρθρο 7 του Ν.4685, καθορίζουν με σαφήνεια το έργο των Πιστοποιημένων Αξιολογητών. Ο θεσμός αυτός όμως παρέμεινε σε επίπεδο νομοθεσίας και ουδέποτε λειτούργησε στην πράξη.

Επιπλέον οι δύο νόμοι προβλέπουν, ότι σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας των τριών μηνών, η απόφαση εκδίδεται από τον Γενικό Γραμματέα Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Όμως τίποτε από τα παραπάνω δεν εφαρμόσθηκε έως σήμερα και  παρόλα αυτά ο εξορυκτικός κλάδος  συνεχίζει να επιχειρεί με επιτυχία σε ένα εχθρικό επενδυτικό περιβάλλον.

Μόνιμη και σταθερή  επιδίωξή του κλάδου είναι  ο εκσυγχρονισμός και η εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου που τον διέπει,  με στόχο την ανάπτυξή του  προς όφελος όλων των εμπλεκομένων μερών. Δεν μπορεί σε μια εποχή που η χώρα τρέχει τον ψηφιακό μετασχηματισμό, οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις του εξορυκτικού κλάδου να αποτελούν τροχοπέδη στις επενδύσεις και να μην εκδίδονται στους προβλεπόμενους χρόνους, αλλά να λιμνάζουν για πολλά χρόνια στα συρτάρια της Διοίκησης.

Είναι όμως πλέον αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας να δημιουργήσει το απαραίτητο περιβάλλον και επαφίεται σε αυτή  η έμπρακτη απόδειξη κατά πόσο θέλει πράγματι επενδύσεις στην Ελλάδα.