Σε επίπεδα 2018 φέτος τζίρος και εξαγωγές για τον ελληνικό εξορυκτικό κλάδο

Στα επίπεδα του 2018 εκτιμάται ότι θα κινηθεί τη φετινή χρονιά ο εξορυκτικός κλάδος στην Ελλάδα σε επίπεδο τόσο τζίρου, όσο και εξαγωγών.

Παρά την αισθητή άνοδο των τιμών των μετάλλων διεθνώς το τελευταίο διάστημα, αναμένεται τελικά να εξισορροπήσουν σε “πιο λογικά επίπεδα”. Ωστόσο, συγκεκριμένα προϊόντα, όπως το ελληνικό μάρμαρο, αλλά και τα βιομηχανικά ορυκτά, εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται με αρκετά ταχύ ρυθμό σε σύγκριση με την προηγούμενη χρήση, σε αντίθεση με τα αδρανή υλικά και το τσιμέντο, τα οποία θα εξακολουθήσουν να κινούνται καθοδικά, ως συνέπεια της έλλειψης δημόσιων έργων και παρά την ελαφρά ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας.

Τα παραπάνω επισήμανε ο Χρήστος Καβαλόπουλος, γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) σε συνέντευξή του στο ραδιοφωνικό σταθμό “Πρακτορείο 104,9 FM” του ΑΠΕ-ΜΠΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Καβαλόπουλος δήλωσε: “Εκτιμώ πως το 2019 θα είμαστε περίπου στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, αν και για διάφορες αιτίες στη διεθνή αγορά, αναμένω πως οι τιμές των μετάλλων θα εξισορροπήσουν φέτος σε λογικότερα πλαίσια, γιατί είχαν αρκετή άνοδο. Τα βιομηχανικά ορυκτά πιθανότατα θα έχουν μια ανάπτυξη της τάξης του 6%-8%, τα μάρμαρα θα συνεχίσουν να έχουν ανάπτυξη πάνω από 10% και ο λιγνίτης, που είναι εσωτερικό προϊόν, πιθανώς θα κινηθεί στα ίδια επίπεδα, ίσως και ελαφρώς χαμηλότερα”.

Δύσκολη θα συνεχίσει να είναι -σύμφωνα με τον κ.Καβαλόπουλο- η κατάσταση και το 2019 σε ό,τι αφορά τα αδρανή υλικά και το τσιμέντο, παρά την ελαφρά ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας: “τα αδρανή εκτιμώ ότι θα έχουν μια πορεία χειρότερη από την περσινή, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει έλλειψη έργου. Η ελαφρά ανάκαμψη της οικοδομής δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη μεγάλων δημόσιων έργων, ώστε να έχουμε διαφορετικό αποτέλεσμα. Μην ξεχνάτε ότι η εσωτερική κατανάλωση τσιμέντου στην Ελλάδα έχει φτάσει στο επίπεδο του 1960”.

Σήμερα ο εξορυκτικός κλάδος έχει κύκλο εργασιών άνω του 1,5 δισ. ευρώ και ποσοστό πάνω από το 60% αυτού του τζίρου, σχεδόν 70%, αφορά σε εξαγωγές. Τα ελληνικά μάρμαρα κατευθύνονται περισσότερο στην αγορά της Κίνας, ενώ τα μεταλλικά προϊόντα -και όχι μόνο- έχουν ως κύρια κατεύθυνση την ΕΕ. «Η Κίνα είναι επίσης σημαντικός “απορροφητής” πρώτων υλών και προϊόντων και από εκεί και πέρα υπάρχει διακύμανση ως προς τις αγορές, με τα ελληνικά προϊόντα της εξόρυξης να φτάνουν στη Βόρεια Αμερική, τις χώρες της Ασίας και τη Μέση Ανατολή, αναλόγως αντικειμένου και είδους», υπογράμμισε ο κ. Καβαλόπουλος.

“Αναμφισβήτητα, το ελληνικό μάρμαρο, λόγω ιστορίας, λόγω της συμμετοχής του σε ιστορικά έργα, λόγω της διεθνούς προβολής του, είναι από μόνο του ένα ισχυρό μπραντ”, τόνισε για να συμπληρώσει “Είναι όμως γεγονός ότι η φήμη του σίγουρα επηρεάζει θετικά όλη την εξορυκτική δραστηριότητα. Το ελληνικό λευκό μάρμαρο είναι παγκοσμίου φήμης και μάλιστα δυσεύρετο πλέον, γιατί είναι μεγάλη η ζήτηση και δεν έχουμε τεράστιες παραγωγές”.

Ποια είναι όμως τα προϊόντα της εξορυκτικής βιομηχανίας που πρωταγωνιστούν στις ελληνικές εξαγωγές; “Περίπου το 10% των εξαγωγών της Ελλάδας προέρχεται από τον κλάδο μας και αυτό το ποσοστό μάς τοποθετηθεί στην πρώτη θέση της κατάταξης στην ΕΕ. Παράλληλα έχουμε προϊόντα με υψηλή κατάταξη σε παγκόσμια κλίμακα. Πρώτα και κύρια το μάρμαρο, αλλά και βιομηχανικά ορυκτά, όπως ο περλίτης κι ο μπετονίτης, στα οποία πραγματοποιούμε από τις μεγαλύτερες παραγωγές και εξαγωγές σε όλον τον κόσμο. Έχουμε φυσικά το αλουμίνιο, τον βωξίτη, που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο κι επίσης κατέχει από τις πρώτες θέσεις στην ΕΕ σε παραγωγή και εξαγωγές και τα μαγνησιακά προϊόντα, που προέρχονται από λευκόλιθο, όπου έχουμε τη μεγαλύτερη εξαγωγή στην Ευρώπη και από τις μεγαλύτερες σε παγκόσμια κατάταξη”, εξήγησε ο κ. Καβαλόπουλος.

Θετική η πρόβλεψή του και για τη συνεισφορά του κλάδου στην ελληνική οικονομία, ωστόσο υπό προϋποθέσεις. “Αν αντιμετωπιστούν προκλήσεις που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει ο κλάδος, δηλαδή η έλλειψη εφαρμογής εθνικής πολιτικής αξιοποίησης ορυκτών πόρων, το χωροταξικό, το αδειοδοτικό, αλλά και προβλήματα που αντιμετωπίζουν ευρύτερα όλες οι επιχειρήσεις, φορολογικά και έλλειψης αναπτυξιακών κινήτρων, απονομής δικαιοσύνης σε εύλογα χρονικά διαστήματα, δηλαδή κοινά και μη κοινά (με τις άλλες επιχειρήσεις) προβλήματα, τότε υπάρχει δυνατότητα υπερδιπλασιασμού της συμμετοχής μας στο ΑΕΠ: από 3% σήμερα μπορούμε να υπερβούμε το 6%”, σημείωσε ο κ.Καβαλόπουλος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ