«Πώς βλέπετε το πρόβλημα της μη αποδοχής του εξορυκτικού τομέα στην κοινωνία; Υπάρχουν λύσεις;»
Τοποθέτηση Δρ. Π. Τζεφέρη*
Κοινωνική αποδοχή μέσω των Community Development Agreements (CDAs)
To πλαίσιο της ΕΕ είναι συνεκτικό και αυστηρό σε όλες τις διαστάσεις του. Ωστόσο, είναι εμφανές ότι σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά όταν υπάρχει χάσμα εμπιστοσύνης, δεν είναι αρκετή η απαίτηση για εναρμόνιση με ένα συνεκτικό θεσμικό πλαίσιο για την ασφάλεια και υγεία αλλά και τις περιβαλλοντικές επιταγές.
Επιτρέψτε μου να προτείνω ένα εργαλείο που εμπεριέχεται και ως σύσταση στα πορίσματα της πολωνικής Προεδρίας και η οποία μόλις εξέπνευσε, 30 Ιουνίου 2025.
Στην περίπτωση λοιπόν αυτή προτείνεται ένα ισχυρό πλαίσιο Community Development Agreements (CDAs) έχουν αποδείξει την αξία τους παγκοσμίως ως εργαλεία που γεφυρώνουν το χάσμα εμπιστοσύνης και επιτρέπουν την ισότιμη κατανομή των βαρών και των οφελών μεταξύ των Επιχειρήσεων και των τοπικών κοινωνιών. Ένα ισχυρό πλαίσιο CDA θα πρέπει να βασίζεται σε αρχές δίκαιης εταιρικής σχέσης και να ενσωματώνει:
- Διμερείς ή Τριμερείς συμφωνίες που έχουν συν ομολογηθεί και οι οποίες θεσμοθετούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εταιρειών, των αρμόδιων αρχών και των τοπικών αρχών, καθώς και των επηρεαζόμενων κοινοτήτων. Ο ρόλος της Πολιτείας είναι σημαντικός -ακόμη και στην περίπτωση που δεν συνυπογράφει- ώστε να εξυπηρετεί την επικοινωνία και να εποπτεύει την διαμόρφωση των CDAs.
- Αντιπροσωπευτικά και κοινής αποδοχής όργανα παρακολούθησης με επαρκείς πόρους και εξουσιοδότηση για την επίβλεψη της εφαρμογής της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης της ουσιαστικής εκπροσώπησης της κοινότητας με ικανότητα λήψης αποφάσεων, τεχνική εμπειρογνωμοσύνη και επαρκή χρηματοδότηση για να λειτουργούν ανεξάρτητα και χωρίς επιρροές. Η τακτική δημόσια υποβολή εκθέσεων και συμμετοχή είναι υποχρεωτική για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και διαφάνειας (λογοδοσία).
- Αποτελεσματικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένης της διαμεσολάβησης, της διαιτησίας και των διαδικασιών υποβολής παραπόνων. Αυτοί οι μηχανισμοί πρέπει να είναι ισότιμα δομημένοι και κοινής αποδοχής για την αντιμετώπιση των ανισορροπιών ισχύος μεταξύ των εταίρων. Θα πρέπει να περιλαμβάνουν πρόβλεψη για ανεξάρτητη διευκόλυνση από τρίτους όταν χρειάζεται.
- Δράσεις ΕΚΕ (Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης) και περιφερειακής ανάπτυξης που θα πρέπει να εντάσσονται και να συνομολογούνται στα CDAs αλλά εν συνεχεία να ενσωματώνονται στα Περιφερειακά Αναπτυξιακά σχέδια και να θεσπίζουν βιώσιμους μηχανισμούς χρηματοδότησης που θα συνεχιστούν και μετά το κλείσιμο των ορυχείων.
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι σε κάθε περίπτωση αμφιλεγόμενων εξορυκτικών έργων και πριν την συμβασιοποίησή τους, θα πρέπει να τίθεται σε διαβούλευση ένα κείμενο – πλαίσιο (CDA) που θα διαμορφωθεί ανάλογα με το έργο και θα τεθεί υπόψη των τοπικών αρχών, το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει και πρόταση για Αντιπροσωπευτικά όργανα παρακολούθησης όσο και για μηχανισμούς διαιτησίας και επίλυσης διαφορών. Μόνον με την συνομολόγηση του CDA θα συμβασιοποιείται το έργο και θα ανατίθεται στους αναδόχους.
Με δύο λόγια, φτιάχνουμε ένα σκιώδες σύστημα διακυβέρνησης και επίλυσης διαφορών δίπλα στο υφιστάμενο για να εξασφαλίσουμε ότι θα γίνει αποτελεσματικά η δουλειά εμπλέκοντας παράλληλα τις επιχειρήσεις και τις τοπικές κοινωνίες με την προσδοκία αμφότεροι οι φορείς να λειτουργήσουν υπεύθυνα. Τα CDAs εξασφαλίζουν την δομημένη εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών με συγκεκριμένους και υπεύθυνους ρόλους κάτι που είναι ζητούμενο. Η εφαρμογή των CDAs σήμερα παρατηρείται κυρίως εκεί που το θεσμικό πλαίσιο είναι ανεπαρκές και μη συνεκτικό πχ. Guinea, Sierra Leone, Papua New Guinea, Mongolia, Ghana, Greenland κλπ., μολαταύτα θα μπορούσε να εφαρμοστεί παντού στις περιπτώσεις όπου υπάρχει έλλειμα εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκομένων κοινωνικών εταίρων (Australia, Canada).
Τα CDAs υπό προϋποθέσεις και κάποιες παραλλαγές, αποτελούν λύσεις για το συγκεκριμένο ζήτημα.
*Ο Δρ. Π. Tζεφέρης είναι διδάκτωρ ΕΜΠ και συγγραφέας. Εργάζεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), ως Γεν. Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών.Η Διεθνής Oρυκτολογική Ενωση (ΙΜΑ, Commission on New Minerals), αποφάσισε το 2023 να δώσει το όνομά του σε νέο παγκόσμιο ορυκτό (tzeferisite) τιμώντας την προσφορά του στην προώθηση της επιστημονικής έρευνας.
Οι κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες στην Ελλάδα, και ποια είναι η συμβολή των ελληνικών Πανεπιστημίων στην έρευνά τους.
Βασίλης Μέλφος, Καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας ΑΠΘ
Η Ελλάδα αποτελεί μία από τις πλέον σημαντικές μεταλλογενετικές επαρχίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαθέτοντας πληθώρα κοιτασμάτων που δυνητικά μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες. Τα δεδομένα των τελευταίων ετών είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, ωστόσο απουσιάζουν οι επενδύσεις σε μεταλλευτικές έρευνες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποσαφηνίσουν ποια ακριβώς μέταλλα υπάρχουν στο ελληνικό υπέδαφος και εάν αυτά απαντώνται σε εκμεταλλεύσιμες ποσότητες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταλλευτική έρευνα στην Ελλάδα κρίνεται σκόπιμο να επικεντρωθεί στον αντιμονίτη που περιέχει αντιμόνιο, στον σεελίτη και βολφραμίτη για το βολφράμιο, καθώς και στον μολυβδαινίτη για την αξιοποίηση μολυβδαινίου και ρηνίου. Το τελλούριο, επίσης, είναι αρκετά διαδεδομένο στη χώρα και απαντάται σε επιθερμικά και πορφυριτικά κοιτάσματα, καθώς και σε μεταλλοφορίες που σχετίζονται με μαγματικές διεισδύσεις και χαλαζιακές φλέβες. Εντοπίζεται σε τελλουρίδια, αλλά και σε σουλφίδια και θειοάλατα.
Όσον αφορά το νικέλιο και το κοβάλτιο, τα οποία συναντώνται κυρίως στους λατερίτες που εξόρυσσε η ΛΑΡΚΟ πριν διακόψει τη λειτουργία της, η παραγωγική διαδικασία με πυρομεταλλουργία στη Λάρυμνα επέτρεπε μόνο την ανάκτηση κράματος Fe-Ni, αφήνοντας το κοβάλτιο αναξιοποίητο, καθώς απαιτεί υδρομεταλλουργική επεξεργασία για την ανάκτησή του. Αυτό καθιστά την Ελλάδα δυνητικά σημαντική πηγή κοβαλτίου για την ευρωπαϊκή βιομηχανία στο μέλλον, υπό την προϋπόθεση εφαρμογής νέων τεχνολογιών επεξεργασίας.
Οι επιθερμικές πολυμεταλλικές φλέβες συνιστούν έναν από τους πλέον υποσχόμενους κοιτασματολογικούς τύπους για την πιθανή εκμετάλλευση μετάλλων όπως το γάλλιο, το γερμάνιο και το ίνδιο, τα οποία συγκεντρώνονται κυρίως στον σφαλερίτη, τον βουρτσίτη και τον τενναντίτη. Γερμάνιο έχει καταγραφεί στους Μολάους, ενώ πρόσφατα η εταιρεία METLEN ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προχωρήσει σε παραγωγή γαλλίου από τον βωξίτη, τον οποίο ήδη αξιοποιεί για την παραγωγή αλουμινίου. Ο χαλκός, ένα κατεξοχήν στρατηγικό μέταλλο, πρόκειται να παραχθεί υπό μορφή χαλκούχων συμπυκνωμάτων στις Σκουριές, ενώ ιδιαίτερο ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι μεταλλοφορίες επιθερμικού και πορφυριτικού τύπου, οι πολυμεταλλικές χαλαζιακές φλέβες καθώς και τα ηφαιστειογενή κοιτάσματα συμπαγών σουλφιδίων, στα οποία κυριαρχούν ο χαλκοπυρίτης και ο βορνίτης.
Η αναζήτηση και τεκμηρίωση κοιτασμάτων κρίσιμων ορυκτών πρώτων υλών της Ελλάδας, πραγματοποιείται τόσο από την ΕΑΓΜΕ, όσο και από ιδιωτικές μεταλλευτικές και εξορυκτικές εταιρείες, καθώς και από τα Τμήματα Γεωλογίας των Πανεπιστημίων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών σε συνεργασία με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έχει αναπτύξει μακροχρόνιο ερευνητικό έργο με σημαντική διεθνή αναγνώριση, που οδήγησε και στη συγγραφή του βιβλίου «Τα κοιτάσματα της Ελλάδας» από τους Καθηγητές Βασίλη Μέλφο και Παναγιώτη Βουδούρη.
Παράλληλα, μέσα από ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα και συνεργασίες με Πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπως της Γερμανίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ, του Καναδά, και της Αυστραλίας, δίνεται έμφαση τόσο στη μελέτη μεταλλογενετικών ζωνών, όπου υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις για κρίσιμες ορυκτές πρώτες ύλες, όσο και στην πρακτική κατάρτιση φοιτητών και φοιτητριών σε γεωχημικές μεθόδους υπό συνθήκες πραγματικής μεταλλευτικής έρευνας, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης σύνθετων βάσεων δεδομένων.
Στα τρία Τμήματα Γεωλογίας λειτουργούν οι φοιτητικές ομάδες SEG Student Chapters της Παγκόσμιας Ένωσης Κοιτασματολόγων με δεκάδες ενεργά μέλη. Οι δράσεις τους έχουν ως στόχο την ανάπτυξη των εξειδικευμένων γνώσεων των μελών τους, αλλά και τη διάδοση της επιστήμης της Κοιτασματολογίας στο ευρύ κοινό με στόχο την εξωστρέφεια της επιστήμης της Γεωλογίας.
Τέλος, ο Τομέας Ορυκτολογίας-Πετρολογίας-Κοιτασματολογίας του ΑΠΘ, ανταποκρινόμενος στις σύγχρονες ανάγκες του κλάδου, έχει εντάξει στο πρόγραμμα σπουδών μαθήματα τρισδιάστατης μοντελοποίησης μεταλλοφοριών, εφαρμογές γεωστατιστικής και τεχνικές προγνωστικής μοντελοποίησης, με χρήση εξειδικευμένων λογισμικών. Για την υλοποίηση αυτών των στόχων έχουν θεσμοθετηθεί διεπιστημονικές συνεργασίες που αποσκοπούν στη βελτίωση των μεθόδων εντοπισμού μεταλλοφοριών με τη χρήση τεχνητών νευρωνικών δικτύων, ενσωματώνοντας γεωλογικές παραμέτρους στην αρχιτεκτονική των δικτύων, αλλά και στη δημιουργία μεθόδων βαθιάς μάθησης για την τρισδιάστατη πρόγνωση αποθεμάτων, προάγοντας έτσι την καινοτομία στην εφαρμοσμένη γεωλογία και τη βιώσιμη αξιοποίηση των φυσικών πόρων της χώρας.
Σημεία από την τοποθέτηση του κ. Λευτέρη Βασιλειάδη στο Συνέδριο της ΕΑΓΜΕ
Θα αναφερθώ σε 4 θέματα που χρήζουν προσοχής και όπου σε κάποια από αυτά πιθανόν να υπάρχουν παρερμηνείες:
- Πέραν των κρίσιμων (και στρατηγικών) πρώτων υλών που ορίζονται από την ΕΕ υπάρχουν και άλλες πρώτες ύλες που αποτελούν προτεραιότητα για την χώρα μας και την εθνική οικονομία όπως ο μπετονίτης, ο περλίτης, τα μάρμαρα κλπ και πρέπει να δώσουμε αντίστοιχη έμφαση. Εξάλλου, το CRMA (Critical Raw Materials Act) αναφέρει «Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να αποτρέπονται από το να δημιουργούν πρόσθετους καταλόγους με βάση συγκεκριμένες τους εθνικές ανάγκες ή από το να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε εθνικό επίπεδο.»
- Υπάρχει η λανθασμένη άποψη ότι το CRMA αφορά μόνο εξόρυξη. Στην πραγματικότητα αφορά και processing, recycling και substitution. Ενδεικτικά, από τα 47 έργα εντός της ΕΕ που εγκρίθηκαν σαν strategic projects το 41% αφορούσε εξόρυξη (σημειωτέον ότι κάποια έργα περιλάμβαναν περισσότερες της μιας δραστηριότητες), ενώ αντίστοιχο ήταν και το ποσοστό στον αριθμό των αιτήσεων.
Αν θέλουμε να κάνουμε μια μεταφορά στην Ελληνική πραγματικότητα και λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν 2 διαφορετικά Υπουργεία υπεύθυνα για αυτές τις δραστηριότητες, τότε πρέπει να αναφερόμαστε σε:
• Εξόρυξη και processing σε χώρους με μεταλλευτικά δικαιώματα (ΥΠΕΝ / Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας)
• Processing & recycling σε χώρους εκτός μεταλλευτικών δικαιωμάτων (Υπουργείο Ανάπτυξης / Περιφέρειες)
Αυτό σημαίνει ότι στο Ελληνικό θεσμικό πλαίσιο είναι σαφές ποιος είναι υπεύθυνος για την αδειοδότηση και δεν χρειάζεται κάποια Εθνική Αρμόδια Αρχή.
- Τέλος, χρειάζεται μια διευκρίνιση για τη διαδικασία one stop shop και τη διάκριση της από το single point of contact. Το One Stop Shop σημαίνει ότι όλες οι διαδικασίες διεκπεραιώνονται σε ένα μέρος ενώ το Single point of Contact είναι ο συντονιστής ή το σημείο εστίασης της πληροφόρησης για μια δραστηριότητα ή ένα πρόγραμμα. Ένα παράδειγμα είναι η ΑΕΠΟ / Απόφαση Έγκρισης περιβαλλοντικών Όρων είναι ενσωματωμένη στο One stop shop, αλλά αποτελεί input στο single point of contact που πρέπει να πληροφορήσει τον φορέα και να συντονίσει την έγκαιρη έκδοσή της.
Εξάλλου σύμφωνα με το CRMA «οι φορείς υλοποίησης έργων κρίσιμων πρώτων υλών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αλληλοεπιδρούν με ένα ενιαίο κέντρο εξυπηρέτησης, το οποίο θα είναι αρμόδιο για τη διευκόλυνση και τον συντονισμό όλης της διαδικασίας αδειοδότησης. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ιδρύσουν ή να ορίσουν ένα ή περισσότερα ενιαία κέντρα εξυπηρέτησης, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι φορείς υλοποίησης έργων πρέπει να αλληλοεπιδρούν μόνο με ένα ενιαίο κέντρο εξυπηρέτησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίζουν, με βάση την εσωτερική τους οργάνωση, αν θα ιδρύσουν ή θα ορίσουν τα ενιαία κέντρα εξυπηρέτησής».
Με βάση τα παραπάνω και την ελληνική πραγματικότητα, στην Ελλάδα πρέπει να μιλάμε για 2 single points of contact και όχι one stop shop.
Η ΓΔΟΠΥ (Γενική Διεύθυνση Ορυκτών Πρώτων Υλών) του ΥΠΕΝ προς το παρόν είναι ένας άτυπος συντονιστής και έχει πάρει διάφορες πρωτοβουλίες, όπως η δημιουργία και η λειτουργία των 6 subgroups που απαιτούνται σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο για υποβοήθηση της λειτουργίας του board (circularity, exploration, financing, strategic stocks, risk monitoring, public acceptance). Μέχρι σήμερα η συμμετοχή της ΓΓΒ (Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας) στην υλοποίηση του CRMA είναι σχεδόν μηδενική.
- Δεν έχουμε δώσει μεγάλη σημασία στην πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ «Strategic raw materials for defence» στο οποίο στην κατηγορία very high risk της εφοδιαστική αλυσίδας υπάρχουν μόνο 2 πρώτες ύλες, το Αλουμίνιο και ο Γραφίτης που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα την χώρα μας. Στην κατηγορία high risk εντάσσονται, μεταξύ των άλλων και πρώτες ύλες που ενδιαφέρουν την χώρα μας όπως το Γερμάνιο, ο Χαλκός και το Νικέλιο. Στην ίδια κατηγορία (high risk) εντάσσεται και ο Σίδηρος / Χάλυβας για να επιβεβαιωθεί αυτό που αναφέρθηκε παραπάνω για τον εθνικό κατάλογο κρίσιμων πρώτων υλών.
































